Αφγανιστάν

Κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας.Συνορεύει στα Β με το Τουρκμενιστάν (ΒΔ), το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν (ΒΑ) και την Κίνα (ΒΑ), στα Α και Ν με το Πακιστάν και στα Δ με το Ιράν.Το Α. βρίσκεται στο κέντρο της αχανούς νότιας Ασίας, ανάμεσα σε μια σειρά από άλλα ισλαμικά κράτη (Ιράν, Πακιστάν κ.ά.), ενώ έχει και μια μικρή συνοριακή γραμμή 76 χλμ. με την Κίνα. Αυτή ακριβώς η θέση του, στο κέντρο των ισλαμικών κρατών, αλλά και το πλούσιο υπέδαφος της χώρας, την κατέστησαν επίσης επίκεντρο μιας από τις πρώτες συγκρούσεις του 21ου αι. Η τεχνητή σύνθεση του Α. αποκαλύπτεται από τα ίδια του τα σύνορα που σε μερικά σημεία αντιπροσωπεύουν ένα γεωγραφικό παράλογο, όπως είναι η περίπτωση της ΒΑ απόληξης της χώρας, που περιλαμβάνει τις ανατολικότερες και λιγότερο γνωστές περιοχές του Χιντουκούς (Ουαχάν), που βρίσκονται στα νότια του ορεινού όγκου του Παμίρ. Αυτή επιβλήθηκε στην πράξη στο Α. από τους Άγγλους (γραμμή Ντιράν) μετά τον πόλεμο του 1878-79 που έγινε κατά της Ρωσίας και εισχωρεί ανάμεσα στο Πακιστάν και το Τατζικιστάν, φτάνοντας μέχρι την Κίνα (Σινκιάνγκ). Στα Β η συνοριακή γραμμή ακολουθεί τον ποταμό Αμού Νταριά. Στα ΒΔ τέμνει την έρημο του Τουρκεστάν με μια λοξή ΒΑ-ΝΔ γραμμή. Στα Δ προχωρά μέσω της ιρανικής περιοχής Χορασάν. Στα Ν και στα ΝΑ ακολουθεί τις οροσειρές που ορίζουν το Βελουχιστάν και το Πακιστάν. Το Α. είναι χώρα τελείως ηπειρωτική: η μικρότερη απόστασή του από τη θάλασσα είναι 450 χλμ. Η πιο κοντινή θαλάσσια διέξοδός του είναι το Καράτσι: αυτό, μαζί με άλλα γεγονότα (όπως το ζήτημα του Παστουνιστάν, το οποίο κατοικείται από νομάδες που από παράδοση περνούν τα ανατολικά σύνορα) είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση εξαιρετικά λεπτών σχέσεων με το γειτονικό Πακιστάν.Το κράτος είναι χωρισμένο σε 30 περιφέρειες-βιλαέτια (σε παρένθεση η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός το 2000, που πιθανώς να έχει μεταβληθεί σημαντικά κατά τόπους, λόγω των πολεμικών συγκρούσεων των τελευταίων ετών): Γκάζνι (Γκάζνι, 1.023.700), Γκόουρ (Τσαχτσαράν, 592.400), Ζαμπούλ (Καλάτ, 378.700), Καμπούλ (Καμπούλ, 2.766.800), Κανταχάρ (Κανταχάρ, 1.367.600), Καπίσα (Μαχαμούντ-ι Ράκι, 429.600), Κονάρ (Ασανταμπάντ, 537.500), Κουντούζ (Κουντούζ, 715.600), Λαχμάν (Μεχτάρ Λαμ, 631.100), Λογκάρ (Πούλε Αλάμ, 306.100), Μπαγλάν (Μπαγλάν, 805.800), Μπαλχ (Μαζάρ-ι Σαρίφ, 1.432.100), Μπαμιγιάν (Μπαμιγιάν, 445.300), Μπανταχσάν (Φεϊζαμπάντ, 938.500), Μπαντγίς (Καλέ-ι Νάου, 626.800), Νανγκαρχάρ (Τζαλαλαμπάντ, 1.370.700), Νιμρούζ (Ζαράντζ, 203.800), Ορουζγκάν (Ταρίν Κοτ, 281.100), Ουαρντάγκ (Μαϊντανσάρ, 347.100), Πακτία (Γκαρντέζ, 741.100), Πακτίκα (Σαράν, 430.300), Παρβάν (Σαρικάρ, 748.200), Σαμανγκάν (Αϊμπάκ, 520.400), Σαρ-ι Πολ (Σαρ-ι Πολ, 626.100), Τχαρ (Ταλουκάν, 735.000), Τζοουζχάν (Σεμπεργκάν, 676.000), Φαράχ (Φαράχ, 421.900), Φαργιάμπ (Μεϊμανέχ, 868.500), Χελμάντ (Λασκάρ Γκαχ, 852.500) και Χεράτ (Χεράτ, 1.273.100). Ενδέχεται επίσης να υπάγονται πλέον και δύο ακόμη νέες επαρχίες προσαρτημένες στο Α., αυτές του Νουριστάν και του Χουστ. Η διακυβέρνηση πάντως δεν είναι ακόμη κεντρική και αποτελεί κυρίως ευθύνη των τοπικών φατριών κάθε περιοχής. Μια μεταβατική κυβέρνηση ανέλαβε την εξουσία και την προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας τον Ιούνιο του 2002, μέχρι τις εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για το 2004.Επίσημες γλώσσες της χώρας είναι η παστό, γλώσσα των Πατάνων ή Παστούν (που θεωρείται η πιο αυθεντική εθνική γλώσσα του Α.) και η ντάρι (λόγια περσική γλώσσα της καθαυτό αφγανικής ομάδας), και οι δύο ινδοϊρανικές με αραβικό αλφάβητο. Χρησιμοποιούνται ευρύτατα όμως και άλλες γραπτές ή ομιλούμενες γλώσσες, όπως η αρχαϊκή τατζική, η ουζμπεκική και μια γλώσσα όμοια με τη βεδική της Ινδίας. Οι Πατάνοι αποτελούν τη σχετική πλειοψηφία (περ. 40%) σε αυτό το πολυφυλετικό κράτος. Τατζίκοι, Χαζάροι, Ουζμπέκοι, Τούρκοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες, σε συμπαγείς πληθυσμούς, συμπληρώνουν το φυλετικό παζλ του Α.Οι εσωτερικές εξελίξεις οδήγησαν σε μια σειρά αλλαγών και τροποποιήσεων του συντάγματος από τους ανθρώπους που είχαν την εξουσία. Οι τελευταίες αλλαγές έγιναν το 1990. Σύμφωνα λοιπόν με το σύνταγμα, όπως διαμορφώθηκε μετά τις αλλαγές του 1990, το Ισλάμ είναι η θρησκεία του Α. και κανένας νόμος δεν ισχύει αν αντίκειται στις αρχές του ισλαμισμού. Το 1996 την εξουσία κατέλαβαν οι Ταλιμπάν, μια θρησκευτική ομάδα φονταμενταλιστών μουσουλμάνων που δεν δέχονται τον διαχωρισμό θρησκείας και κοσμικού κράτους. Το καθεστώς των Ταλιμπάν δεν αναγνωρίστηκε πάντως από τον ΟΗΕ, ενώ μετά την τρομοκρατική επίθεση στις ΗΠΑ (11 Σεπτεμβρίου 2001) και τις επιθέσεις στο Α., η κατάσταση έγινε περισσότερο έκρυθμη. Μέχρι το φθινόπωρο του 2002, δεν υπήρχε ουσιαστικά κεντρική διακυβέρνηση παρά την επιλογή μεταβατικής κυβέρνησης και προέδρου τον Ιούνιο του ίδιου έτους, και η κατάσταση παρέμενε συγκεχυμένη, με ένοπλες διαμάχες μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων. Η εθνοσυνέλευση (Meli Shura) ήταν το νομοθετικό σώμα της χώρας μέχρι την κατάλυσή της το 1993 και αποτελούταν από δύο σώματα: τη βουλή των αντιπροσώπων και τη γερουσία. Με το θεοκρατικό καθεστώς των Ταλιμπάν, η εξουσία σε όλα τα επίπεδα πέρασε στα χέρια των θρησκευτικών ηγετών.Τα δύο κύρια αντίπαλα στρατόπεδα στο Α. είναι οι Ταλιμπάν ή Κίνημα Μουσουλμάνων Φοιτητών, και η Βόρεια Συμμαχία ή Ενωμένο Εθνικό Ισλαμικό Μέτωπο για τη σωτηρία του Α., που αποτελεί ουσιαστικά έναν συνασπισμό 13 παρατάξεων.Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας ήταν η δικαστική αρχή μέχρι το 1995. Έκτοτε, δεν είχε θεσπιστεί μέχρι το φθινόπωρο του 2002 νέο δικαστικό καθεστώς, και ως ισχύων νόμος θεωρείται ο Ισλαμικός Νόμος ή Σαρία, που επιβλέπεται από τα τοπικά δικαστήρια.Στο Α. υπερτερούν σημαντικά οι σουνίτες μουσουλμάνοι (84%) έναντι των σιιτών (15%). Υπάρχει επίσης μια μικρή μειονότητα Εβραίων.Από τη δεκαετία του 1960, εποχή κατά την οποία οι αναλφάβητοι έφταναν το 90% του συνολικού αφγανικού πληθυσμού, σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος στον τομέα της εκπαίδευσης, χάρη και στη βοήθεια της ΟΥΝΕΣΚΟ που επεξεργάστηκε ένα τριακονταετές εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Η παιδεία είναι αποκλειστικά κρατική, δωρεάν και υποχρεωτική από τα 7 μέχρι τα 15 χρόνια, αν και υπάρχουν ακόμα πολλές δυσκολίες που οφείλονται στην έλλειψη σχολικών κτιρίων. Στην πράξη, μόνο το 25% των παιδιών 15 ετών έχουν λάβει την προβλεπόμενη μόρφωση. Η μέση εκπαίδευση, που υπάρχει μονάχα στην πρωτεύουσα και στις πρωτεύουσες των επαρχιών, χρονολογείται από το 1904 και αριθμεί σήμερα διάφορα τεχνολογικά, εμπορικά και καλλιτεχνικά ιδρύματα. Υπάρχουν δύο πανεπιστήμια: το πανεπιστήμιο της Καμπούλ, που ιδρύθηκε το 1931 και περιλαμβάνει εννέα σχολές και το πανεπιστήμιο της Τζαλαλαμπάντ, που ιδρύθηκε το 1962 με ιατρική σχολή. Οι ένοπλες διαμάχες στη δεκαετία του 1990 και η κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν επιδείνωσαν την κατάσταση. Η μόρφωση των γυναικών απαγορεύτηκε και στο τέλος της δεκαετίας υπολογιζόταν πως μόνο το 5% λάμβανε ευρεία μόρφωση. Το πανεπιστήμιο της Καμπούλ έκλεισε τις πόρτες του το 2001 λόγω της απειλής πολέμου, αλλά σε αργούς ρυθμούς η κατάσταση επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα, και οι γυναίκες επιστρέφουν στα θρανία. Σήμερα, πάντως, ο αναλφαβητισμός εξακολουθεί να ξεπερνά το 50% στους άντρες, ενώ στις γυναίκες αγγίζει το 85%.Ο τακτικός στρατός του Α. δημιουργήθηκε το 1885 από τον εμίρη Αμπντουραχμάν και αναδιοργανώθηκε το 1896. Μετά το 1992 δημιουργήθηκε ένα ειδικό σώμα για να προετοιμάσει την αλλαγή της στρατιωτικής δομής και να την προσαρμόσει στις απαιτήσεις των μουτζαχεντίν. Σήμερα δεν υπάρχει εθνικός στρατός. Ορισμένα μέρη των πρώην ενόπλων δυνάμεων και της αεροπορίας είναι σε ισχύ, αλλά είναι μοιρασμένα ανάμεσα σε πολέμαρχους φατριών. Μολονότι δεν υπάρχει υποχρεωτική στράτευση, σε κάθε επαρχία στρατολογείται και ένας ορισμένος αριθμός στρατιωτών. Η στρατιωτική θητεία αρχίζει από την ηλικία των 20 ετών και διαρκεί 24 μήνες.Οι συνθήκες στο Α. είναι σχεδόν πρωτόγονες για την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα πράγματα χειροτέρεψαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο, το καθεστώς των Ταλιμπάν και, πιο πρόσφατα, από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς. Τα στοιχεία βρεφικής θνησιμότητας δείχνουν 145 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις, ενώ το προσδόκιμο ζωής είναι περίπου 45 χρόνια. Το 1997 αντιστοιχούσε ένας γιατρός ανά 9.092 άτομα.Το Α. περιλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του ιρανικού υψιπέδου. Είναι μια χώρα κυρίως ορεινή, αλλά έχει και πεδιάδες, οι οποίες εκτείνονται στους πρόποδες των μεγάλων ανάγλυφων που το διασχίζουν. Τα ανάγλυφα αυτά έχουν τον ορεογραφικό τους κόμβο δυτικά του Χιντουκούς, που καταλαμβάνει το ΒΑ τμήμα της χώρας και συνεχίζει προς τα δυτικά, στα βουνά του Παροπάμισο (ή Παραπαμίσου) και πιο πέρα στις οροσειρές του Κοπέτ Νταγ και του Ελμπούρζ, σε ιρανικό έδαφος. Στην ανατολική πλευρά η χώρα περιβάλλεται από τις παράλληλες οροσειρές των βουνών Σουλαϊμάν. Η οροσειρά του Χιντουκούς αποτελείται από μια σειρά παράλληλων ορεινών αλυσίδων και από πιο μικρά συστήματα που προέρχονται από αυτές. Η περιοχή αυτή (βουνά του Τζουνούμπι, λεκάνη της Καμπούλ, βαθύπεδο της Τζαλαλαμπάντ), μαζί με το Νουριστάν, στρέφει τα νώτα της στην υπόλοιπη χώρα, ενώ είναι ανοιχτή υδρογραφικά προς την κοιλάδα του Ινδού και το Πακιστάν. Το Χιντουκούς προχωρεί με πολυάριθμες ορεινές αλυσίδες προς το κεντρικό Α., που έχει ψηλότερη κορυφή του το Κοχ-ι-Μπάμπα, έναν ορεινό όγκο με πυραμιδοειδείς, σχιστολιθικές κορυφές, που δεσπόζει στην κοιλάδα της Μπαμιγιάν. Αυτή αποτελεί μέρος των μακρών και βαθιών διαμηκών αυλακών, τεκτονικής προέλευσης, που χαράζουν όλη την κεντρική ορεινή περιοχή. Η κυριότερη από τις αύλακες αυτές είναι η κοιλάδα του Χάρι Ροντ: ένα βαθύ κοίλωμα που έχει μήκος περίπου 400 χλμ. και καταλήγει στις πεδιάδες της Χορασάν. Στα νότια των κεντρικών βουνών ανοίγεται μια εκτεταμένη περιοχή στεπών και ερήμων, που αποτελείται μορφολογικά από μια περιοχή μετάβασης ανάμεσα στο βουνό και στην πεδιάδα, που λέγεται νταμάν, η οποία έχει υποστεί βαθιά διάβρωση, και, νοτιότερα, από αλμυρές επιφάνειες καβίρ και από εκτεταμένες επιφάνειες κινητών άμμων και θινών λουτ. Διαφορετική είναι η νταστ, η στεπική πεδιάδα που διακόπτεται από βραχώδεις περιοχές, οι οποίες την κάνουν να μοιάζει με τις χαμάντα της Σαχάρας. Το βόρειο τμήμα της χώρας, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στο Χιντουκούς και στον Αμού Νταριά, είναι η αρχαία περιοχή της Βακτριανής, που καλύπτεται από μεταπαγετωνικά στρώματα σκόνης και ιλύος, που έχουν κλίση προς τα βόρεια και διαρρέονται από τους ποταμούς που κατεβαίνουν από τα βουνά του Χιντουκούς. Το κεντρικό Α. έχει μάλλον τα χαρακτηριστικά ενός εκτεταμένου κυματοειδούς υψιπέδου, που διακόπτεται από ψηλές ορεινές αλυσίδες και από τις μακρές και συχνά βαθιές κοιλάδες, που χρησιμεύουν ως οδοί επικοινωνίας. Οι μεγαλύτερες από αυτές, εκτός από την κοιλάδα του Χάρι Ροντ, που πλευρίζει τον Παροπάμισο, είναι η κοιλάδα του Μουργάμπ, ανάμεσα στον Παροπάμισο και στο Μπαντ-ι-Τουρκεστάν, η κοιλάδα του Χελμάντ, που ξεκινά προς τα ΒΔ από το Κοχ-ι-Μπάμπα, και, ανάμεσα στο τελευταίο αυτό και στο κεντρικό Χιντουκούς, η κοιλάδα της Γορμπάντ και της Μπαμιγιάν η οποία διασχίζει εγκάρσια το Χιντουκούς με το βαθύ ρήγμα του Σικάρι. Στο Κοχ-ι-Μπάμπα και στο κεντρικό Χιντουκούς το μεγάλο υψόμετρο συντελεί στη διατήρηση των αιώνιων χιονιών. Και στην περιοχή αυτή φανερώνονται τα μορφολογικά χαρακτηριστικά μιας εκτεταμένης παγετωνικής δράσης του τεταρτογενούς, που παρατηρείται ακόμα και σήμερα στο πιο ανατολικό τμήμα. Ιδιαίτερα τραχύ και απρόσιτο είναι το τοπίο στο Ουαχάν, τον στενό διάδρομο που βρίσκεται ανάμεσα στο Πακιστάν και το Τατζικιστάν, και στο Μπανταχσάν. Οι υψηλές χιονισμένες κορυφές έχουν κοιλάδες καλυμμένες από αραιότατη βλάστηση στεπικού τύπου. Στα βόρεια, τα βουνά του Χιντουκούς εκφυλίζονται αρκετά απότομα προς τις στεπικές πεδιάδες της Βακτριανής, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά εξαρτώνται από το ότι είναι μια ορεινή περιοχή. Από την ισοϋψή των 1.800 μ., που μπορεί να θεωρηθεί ανώτατο όριο, η περιοχή προς τον Αμού Νταριά φτάνει τα 300 μ. Από δομική πλευρά αποτελείται από εκτεταμένα στρώματα λες, αλλά στις ορεινές περιοχές επικρατούν οι μεσοζωικοί σχηματισμοί και είναι ιδιαίτερα διαδεδομένοι οι κρητιδικοί, τους οποίους διαρρέουν παντού ποταμοί. Στο βόρειο τμήμα η Βακτριανή αποκτά ερημική όψη· ωστόσο, στους πρόποδες των βουνών και κατά μήκος των ποταμών, γίνεται εύφορη και πιο πυκνοκατοικημένη. Στο δυτικό Α., οι παραφυάδες του Χιντουκούς εκφυλίζονται στην πεδιάδα που διαρρέει ο Χάρι Ροντ. Αυτές έχουν διεύθυνση από τα ανατολικά στα δυτικά, και αντιπροσωπεύονται από τον Παροπάμισο, που φτάνει τα 3.594 μ. στα ανατολικά για να μειωθεί κάτω από τα 1.000 μ. στα βόρεια της Χεράτ. Η αφγανική Χορασάν (η υπόλοιπη βρίσκεται σε ιρανικό έδαφος) είναι μια τεράστια στεπική περιοχή, με επικράτηση των υψιπέδων που κατεβαίνουν στα νότια προς το βαθύπεδο της Σιστάν, και διαρρέονται από ξεροπόταμους. Πολυάριθμοι είναι ακόμα και σήμερα οι νομάδες που ζουν στην περιοχή αυτή, ενώ η μόνιμη εγκατάσταση συγκεντρώνεται στις οάσεις, που τροφοδοτούνται από τους ποταμούς ή από τα κανάτ· η πιο εκτεταμένη είναι εκείνη της Χεράτ, ονομαστή για τους ανθισμένους κήπους της. Το νότιο Α., που περιλαμβάνεται ανάμεσα στις ακραίες παραφυάδες του Χιντουκούς στα βόρεια και του Μαλίκ Νάρο στα νότια, είναι ένα εκτεταμένο μεσοζωικό επίπεδο που, αφού διαρρέεται στο κεντρικό σημείο από τον Χελμάντ, κλείνει προς τα δυτικά και προς τη μεγάλη αλμυρή λεκάνη Γκαούντ-ι-Ζιρέχ, που βρίσκεται σε ύψος 469 μ. Στα βόρεια, στην ορεινή περιοχή, το μέσο υψόμετρο είναι 1.500 μ. Στα ανατολικά του Χελμάντ το τοπίο γίνεται ερημικό: είναι το Ρεγκιστάν, η πιο θερμή και άγονη περιοχή του Α., μια θινώδης έρημος όπου αφθονούν πολυάριθμες φυλές νομάδων. Τα λίγα κατοικημένα κέντρα είναι συγκεντρωμένα κατά μήκος του Χελμάντ ή στο εσωτερικό, στις οάσεις, που γίνονται φυσικά πιο συχνές στους πρόποδες των νότιων βουνών, και στα ανατολικά, όπου περνά η μεγάλη οδός για το Πακιστάν στους πρόποδες των ψηλών βουνών.Το Α. βρίσκεται στα βόρεια του σημείου σύγκλισης μαζών αέρα ηπειρωτικού τροπικού χαρακτήρα και μαζών θαλάσσιου τροπικού χαρακτήρα. Στις κεντρικές περιοχές δεσπόζουν ολοκληρωτικά οι πρώτες και εκεί παρατηρούνται πολύ χαμηλές βαρομετρικές πιέσεις, που επιδεινώνονται τοπικά. Οι άνεμοι, λόγω του ότι η χώρα περικλείεται από βουνά, δεν έχουν ούτε σταθερή διεύθυνση ούτε μεγάλη ένταση. Παρ’ όλα αυτά, στη Χορασάν και στη Σιστάν φυσά από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο ένας τοπικός άνεμος, μάλλον ισχυρός, ο μπαντ-ι σαντ-ου-μπιστ ρουζ (άνεμος των 120 ημερών), που προκαλείται από τις χαμηλές πιέσεις οι οποίες σχηματίζονται το καλοκαίρι στις νότιες ερημικές πεδιάδες. Στην ηπειρωτικότητα και στο υψόμετρο επίσης οφείλονται οι ισχυρές ημερήσιες και εποχιακές διακυμάνσεις. Οι ανατολικές πλαγιές από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο δέχονται την ευεργετική επίδραση των ΝΑ μουσώνων, που προκαλούν μια κάποια βροχερότητα: οι μέγιστες τιμές, που μόλις ξεπερνούν όμως τα 500 χιλιοστά, παρατηρούνται στο Νουριστάν. Πολύ αραιές βροχοπτώσεις (150-200 χιλιοστά) παρατηρούνται στο βαθύπεδο της Τζαλαλαμπάντ. Πολύ άγονο, με βροχομετρικές τιμές κατώτερες των 100 χιλιοστών, είναι τέλος το κλίμα των βόρειων (Βακτριανή) και ΝΔ (Ρεγκιστάν) περιοχών.Η κατανομή της βλάστησης στα διάφορα τμήματα της χώρας υπακούει στην πορεία του ανάγλυφου και στο ποσοστό των βροχών: το βόρειο, κεντρικό και νότιο Α. καταλαμβάνονται από τη θαμνώδη στέπα. Στα μεγάλα υψόμετρα υπάρχουν κωνοφόρα αλλά και οπωροφόρα δέντρα, αλλά λόγω της εκτεταμένης υλοτομίας προηγούμενων εποχών, σήμερα μόνο το 3% της έκτασης της χώρας αντιστοιχεί σε δάση. Σε χαμηλότερα υψόμετρα συναντώνται θαμνώδεις εκτάσεις, ενώ στα χαμηλότερα σημεία η στεπική βλάστηση κυριαρχεί, και μάλιστα είναι ιδιαίτερα αραιή. Υπάρχουν ακόμη πολλά αγριολούλουδα που φυτρώνουν την άνοιξη, τόσο στα βουνά όσο και στις στέπες. Στο νότιο Α. η βλάστηση είναι πάρα πολύ φτωχή, και παντού επικρατεί η στέπα, πολύ φτωχή ήδη σε σχέση με τις δυτικές στέπες. Γύρω από τις όχθες των ποταμών φυτρώνουν προπάντων τα αρμυρίκια και στα ΝΔ εμφανίζονται οι πρώτες χουρμαδιές. Σε ό,τι αφορά την ιδιαίτερη πανίδα του Α., στα υψώματα του Ουαχάν εμφανίζεται το γιακ, το θιβετανό ζώο που εκτρέφεται από τους Κιργισίους, ενώ στο Μπανταχσάν είναι άφθονα τα μουφλόν (άγρια πρόβατα), τα ελάφια και τα αγριοκάτσικα.Εξαιτίας των γενικών μορφολογικών του γραμμών, το αφγανικό υδρογραφικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τη σχεδόν παντελή έλλειψη διεξόδων στη θάλασσα. Αυτό ισχύει τόσο για τους ποταμούς που κατέρχονται από τη νότια πλευρά του Χιντουκούς και χάνονται στα ενδορροϊκά βαθύπεδα της Σιστάν, όσο και για τους ποταμούς της βόρειας πλευράς, που εκβάλλουν, μέσω του Αμού Νταριά, στη λίμνη Αράλη. Μοναδικοί ποταμοί που εκβάλλουν τα νερά τους στη θάλασσα είναι ο Καμπούλ και μερικοί άλλοι μικρότεροι των ΒΑ πλαγιών, παραπόταμοι του Ινδού. Το Κοχ-ι-Μπάμπα είναι ο μεγαλύτερος υδρογραφικός κόμβος της χώρας. Από εκεί πηγάζουν ο Χελμάντ, ο μεγαλύτερος αφγανικός ποταμός (1.400 χλμ.), που ρέει προς τη Σιστάν· ο Χάρι Ροντ (1.230 χλμ.), που κατεβαίνει προς τις τουρκμενικές στέπες και χάνεται εκεί με την ονομασία Τεντζέν· ο ίδιος ο Καμπούλ που, ύστερα από ρου 560 χλμ. σε αφγανικό έδαφος, εισέρχεται στο Πακιστάν για να χυθεί στον Ινδό. Σε σχέση με τις παροχές, οι μεγαλύτεροι ποταμοί είναι εκείνοι με χιονώδη παροχή, και ανάμεσά τους ο Χελμάντ, με ετήσια συνολική παροχή πάνω από 5.800 εκατ. κ.μ. (κατά μέσο όρο, περίπου 190 κ.μ. το δευτερόλεπτο).Η χώρα άρχισε να αποκτά δική της φυσιογνωμία γύρω στα τέλη του 18ου αι., όταν ο πρίγκιπας Άχμετ Σαχ Ντουράνι (Το μαργαριτάρι των μαργαριταριών), αρχηγός μιας μεγάλης φυλής που μιλούσε τη γλώσσα παστό, έγινε βασιλιάς ενός εδάφους που περιλάμβανε τις δυτικές και νότιες περιοχές του σημερινού Α. Οι περιοχές αυτές, κατοικημένες από αφγανικούς (ή πατανικούς ή παχτουνικούς) λαούς, αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα και τον γεωγραφικό και ανθρώπινο σκελετό του Α., η ονομασία του οποίου σημαίνει Χώρα των Αφγανών. Στη σημερινή του έκταση το Α. περιλαμβάνει περιοχές ή λαούς πολύ διαφορετικούς. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής δράσης που προκλήθηκε ταυτόχρονα από εσωτερικούς αγώνες και εξωτερικές επεμβάσεις, οι οποίες είχαν κίνητρο τον σχηματισμό ενός εδάφους-καταφυγίου, ενός ενδιάμεσου κράτους που θα χρησίμευε ως προστατευτικό τείχος για τις βρετανικές Ινδίες που απειλούνταν από τη Ρωσία των τσάρων. Για να καθορίσουμε το Α. και τη γεωγραφική λειτουργία του χρησιμοποιούμε συχνά την έκφραση σταυροδρόμι της Ασίας. Οι κυριότερες μετακινήσεις λαών που έγιναν στο παρελθόν στο ΝΔ τεταρτημόριο της παλαιάς ηπείρου διευθύνονταν πάντοτε από την κεντρική Ασία στα δυτικά, στο Ιράν και στη Μικρά Ασία και από την κεντρική Ασία στα νότια, προς την Ινδία. Η πιο αρχαία κατοικημένη περιοχή του Α. είναι η Βακτριανή που πρώτη κατοικήθηκε από ινδοάριους πληθυσμούς. Οι πληθυσμοί αυτοί, προερχόμενοι από την κεντρική Ασία, εξαπλώθηκαν σε όλη τη χώρα, κατευθύνθηκαν προς την Ινδία και στα βόρεια του Χιντουκούς δημιούργησαν τους πρώτους μόνιμους οικισμούς. Στις Βέδες, πανάρχαια συλλογή ύμνων και προσευχών των πρώτων ινδοάριων λαών, γίνεται λόγος για τον Γιάμα, τον πρώτο βασιλιά των Αρίων και ηγεμόνα ενός μεγάλου βασιλείου που είχε για πρωτεύουσά του την Μπάχντι (σημερινή Μπαλχ). Με τις νέες μεταναστεύσεις των ιρανικών λαών προς το Α. και την Περσία, έφτασαν μέχρι το Χιντουκούς οι Σκύθες και ύστερα οι ομάδες πληθυσμών που σήμερα είναι εγκαταστημένες στο Βελουχιστάν. Τον 6ο αι. π.Χ. ο Κύρος ενσωμάτωσε το Α. στην Περσική αυτοκρατορία του και αυτό συνετέλεσε στη σταθεροποίηση της κατοχής, από μέρους του περσικού στοιχείου, όλου του εδάφους. Τον 4ο αι. π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε τη χώρα και αντίστοιχα σημειώθηκαν μεταναστεύσεις ελληνικών ομάδων προς το Α. (οι Καφίροι του Νουριστάν, σύμφωνα με μερικούς μελετητές, είναι απόγονοι των Ελλήνων που έφτασαν στα ανατολικά από τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου). Με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου διαδόθηκε στο Α. ο βουδισμός και από αυτή την εποχή χρονολογείται η δημιουργία οικισμών στην κοιλάδα της Μπαμιγιάν από μέρους βουδιστικών θρησκευτικών κοινοτήτων. Οι Αφγανοί είναι λαός ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, με καθαρότατη επικράτηση του ιρανικού τύπου, αλλά με έκδηλες επιρροές τουρκικών, μογγολικών και δραβιδικών στοιχείων. Η πιο πολυάριθμη εθνική ομάδα, που έχει δώσει κάποιον ενιαίο χαρακτήρα στη χώρα, αποτελείται από τους Πατάνους ή Παχτούνους, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 38% ολόκληρου του αφγανικού πληθυσμού. Πολλοί Πατάνοι είναι νομάδες στις νότιες περιοχές και ονομάζονται Κούτσι. Η δεύτερη εθνική ομάδα είναι εκείνη που έχει το όνομα τατζική, αν και περιλαμβάνει διαφορετικούς κορμούς. Οι Τατζίκοι αποτελούν το 25% του πληθυσμού και ασχολούνται παραδοσιακά με τη γεωργία, τη χειροτεχνία και το εμπόριο, και είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή της Καμπούλ και στα βόρεια της χώρας. Μια άλλη αξιοσημείωτη εθνική ομάδα αποτελείται από τους Χαζάρους (περίπου 19% του συνολικού πληθυσμού), που είναι ημινομάδες: πρόκειται για πολύ περήφανο λαό, που ζει ενωμένος σε πατριές, υπό την αυστηρή ηγεσία του πιο ηλικιωμένου αρχηγού. Οι Ουζμπέκοι (6% του συνόλου), θαυμάσιοι γεωργοί, ζουν στον βορρά, καταλαμβάνοντας προπάντων την επαρχία Μπαλχ και ιδιαίτερα την περιοχή γύρω από τη Μαζάρ-ι Σαρίφ. Άλλες εθνικές μειονότητες αποτελούνται από Τουρκομάνους και Κιργισίους, που συνολικά αριθμούν μερικές χιλιάδες. Τέλος, μερικές ιρανικές φυλές, που ονομάζονται Τεχαχάρ Εμάκ, ζουν στις ορεινές περιοχές του δυτικού Χιντουκούς.Το μεγαλύτερο μέρος του μόνιμα εγκατεστημένου πληθυσμού είναι συγκεντρωμένο στις αρδευόμενες περιοχές: αυτές που εκτείνονται στα περίχωρα της Χεράτ, της Καμπούλ, της Μαζάρ-ι Σαρίφ, της Τζαλαλαμπάντ και της Χαναμπάντ είναι οι πιο εκτεταμένες. Κατά μήκος των ποταμών, αφθονούν τα κατοικημένα κέντρα, ιδιαίτερα στις κοιλάδες του Χελμάντ και του Κουντούζ. Η μέση πυκνότητα του πληθυσμού είναι 43 κάτ. ανά τ. χλμ., ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης αγγίζει το 3,48% (2001), με προσδόκιμο ζωής τα 46 χρόνια για τους άντρες και τα 45 για τις γυναίκες (ίσως η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου οι γυναίκες ζουν λιγότερο από τους άντρες, συνέπεια κι αυτό του θεοκρατικού καθεστώτος). Η σημερινή κατανομή του πληθυσμού εμφανίζει, σε γενικές γραμμές μια παγιωμένη κατάσταση: από πυκνότητες μικρότερες των 5 κατοίκων ανά τ. χλμ. στις νότιες ερημικές περιοχές περνάμε σε μια μέγιστη τιμή 331 κατοίκων ανά τ. χλμ. στην επαρχία Καμπούλ. Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, πολυάριθμοι νομάδες ασχολήθηκαν με μόνιμες γεωργικές δραστηριότητες και εκατοντάδες οικογένειες εγκαταστάθηκαν κατά μήκος της κοιλάδας του Χελμάντ, ύστερα από τα μεγάλα αρδευτικά έργα που έγιναν από την κυβέρνηση με την εκμετάλλευση των υδάτων του ποταμού. Οι βομβαρδισμοί του 2001 και 2002 έχουν αναμφισβήτητα οδηγήσει σε μετακινήσεις πληθυσμού, αλλά δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα στοιχεία για αυτές τις δημογραφικές ανακατατάξεις. Στο Α. έχουν διατηρηθεί ορισμένες διαφοροποιήσεις, συχνά ισχυρές, σε ό,τι αφορά τον άνθρωπο και τον τρόπο ζωής του. Το περιβάλλον, άγονο, ορεινό με ακανόνιστη μορφολογία καθορίζει ακόμα και σήμερα τη ζωή, τις μετακινήσεις και τις δραστηριότητες του Αφγανού. Μονάχα στις πιο ευνοημένες από τη φύση τοποθεσίες, που είναι πλούσιες σε νερά και σε καλλιεργούμενα εδάφη, υπάρχουν μόνιμοι οικισμοί παλιάς προέλευσης. Οι κυριότερες κινήσεις των νομαδικών πληθυσμών, που μιλούν τη γλώσσα παστό, πραγματοποιούνται ανάμεσα στις ανατολικές περιοχές της χώρας και στις κεντρικές περιοχές του υψιπέδου. Αλλά οι μετακινήσεις αυτών των νομάδων ποικίλλουν ανάλογα με την ειδικότητά τους και τις δραστηριότητες στις οποίες βασίζεται η οικονομία τους. Υπάρχουν οι ημινομάδες που λέγονται ντεραγκουάρ ή θεριστές, οι οποίοι, αφού τελειώσουν τον θερισμό στα χωριά τους που είναι φτιαγμένα από καλύβες, κατευθύνονται στις κοιλάδες του κεντρικού Α. για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα χωριά των μόνιμα εγκατεστημένων. Οι πραγματικοί νομάδες λέγονται μαλντάρ και η οικονομία τους στηρίζεται στην κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα). Χρησιμοποιούν επίσης τις καμήλες για τη μεταφορά των πραγμάτων τους, των γυναικών και των παιδιών. Τον χειμώνα κατοικούν στις περιοχές του Πακιστάν και του ανατολικού Α. Στις αρχές της άνοιξης ξεκινούν και φτάνουν, με πολύ μακριά καραβάνια, στις πιο ψηλές περιοχές, αρχικά στο Τζουνούμπι και κατόπιν, τους πιο ζεστούς μήνες, στο Χαζαρατζάτ. Συχνά οι νομάδες αυτοί είναι γαιοκτήμονες, αλλά την εργασία της σποράς και της συγκομιδής την αναθέτουν σε μόνιμα εγκατεστημένους χωρικούς ή σε νομάδες θεριστές.Το μεγαλύτερο μέρος του μόνιμα εγκατεστημένου πληθυσμού ζει σε χωριά που συχνά είναι κέντρα προσωρινής έλξης των νομάδων. Στις ορεινές περιοχές και στην πεδιάδα πρόκειται για χωριά οάσεων, η ύπαρξη των οποίων εξασφαλίζεται σε πολλές περιπτώσεις από τα καρέζ (παλαιός τρόπος ύδρευσης). Στην κοιλάδα του Λογκάρ και στις άλλες κοιλάδες των παραποτάμων του Καμπούλ –σε περιοχές κατά συνέπεια αρδευόμενες και εύφορες– το γεωργικό χωριό εμφανίζεται κλειστό και απομονωμένο και αποτελείται από διάφορα κτίρια με πολλούς ορόφους, συνδεδεμένα μεταξύ τους, γύρω από μια κεντρική αυλή. Τα οικοδομήματα είναι πλίθινα και δεν έχουν ανοίγματα προς το εξωτερικό, εκτός από την πόρτα εισόδου που είναι γερά κλεισμένη. Η στέγη είναι επίπεδη (αλλά στα βόρεια μπορεί να είναι θολωτή, γκουνμπάζ) και, επειδή οι γυναίκες περνούν μέρος της μέρας σε αυτήν, είναι πάντοτε κρυμμένη από τους άλλους με τοίχους ή παραπετάσματα. Τα πατώματα του σπιτιού μπορεί να είναι δύο ή τρία. Στο ισόγειο βρίσκονται οι στάβλοι και οι αποθήκες, στο πρώτο πάτωμα τα δωμάτια υποδοχής και στο επάνω πάτωμα τα δωμάτια που προορίζονται για τις γυναίκες (χαρέμ). Πολύ συχνά ο τύπος αυτός χωριού-πολυκατοικίας παίρνει τον χαρακτήρα των κάλα, δηλαδή των οχυρωμένων χωριών (τυπικών προπάντων στο Ιράν και στη Χορασάν), που αποτελούνται από ένα εξωτερικό προστατευτικό τείχος με προεξοχές (πυργίσκους) και τα σπίτια βρίσκονται στο εσωτερικό κατά μήκος του ίδιου του τείχους. Η αυλή χρησιμεύει για να κλείνονται μέσα τα ζώα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στις καλλιεργημένες και πλούσιες περιοχές τα χωριά αυτά είναι πολυάριθμα και συχνά πολύ κοντά το ένα με το άλλο. Πιο σπάνια είναι τα ανοιχτά χωριά, κυρίως στο ανατολικό Α., που αποτελούνται από μεμονωμένα σπίτια λίγο ή πολύ συγκεντρωμένα (ντεχ). Ένα τελείως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό έχουν τα χωριά του Νουριστάν, τα οποία βρίσκονται στις πλαγιές των βουνών και αποτελούνται από έναν μεγάλο αριθμό σπιτιών ενσωματωμένων με το βουνό. Το πάνω πάτωμα σχηματίζει μια αναβαθμίδα με το κάτω, το οποίο συχνά στηρίζεται σε δοκάρια και πασσάλους. Οι τοίχοι είναι από πέτρα και οι υποστυλώσεις από ξύλο.Στο Α. δεν μπορούμε να μιλάμε για αστικοποίηση του πληθυσμού, αφού μόλις το 20% του πληθυσμού ζει στις πόλεις. Από την άλλη πλευρά, αρκετά από τα πολυάριθμα κέντρα δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αστικά, αφού ο χαρακτήρας τους εξακολουθεί να είναι σε συνάρτηση της πρωτόγονης αγροτικής οικονομίας. Η εκβιομηχάνιση που είχε αρχίσει τις δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα ανατράπηκε από το καθεστώς των Ταλιμπάν, επηρεάζοντας και αυτό τον τομέα. Πάντως, εκτός από την πρωτεύουσα Καμπούλ (βλ. λ.), οι κυριότερες πόλεις του Α. είναι η Κανταχάρ (βλ. λ.) και η Χεράτ (βλ. λ.), όλες με τα προβλήματα που δημιούργησαν η σοβιετική εισβολή στη δεκαετία του 1980, οι εμφύλιες συγκρούσεις στη δεκαετία του 1990 και οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στην περίοδο 2001-2.Στο παρελθόν, η χώρα στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε λίγες χειροτεχνικές δραστηριότητες, στην κτηνοτροφία που γινόταν από τους νομάδες και σε μια γεωργία που δεν απείχε και πολύ από την πρωτόγονη. Στη συνέχεια, το Α., που είναι μια από τις πιο οπισθοδρομικές χώρες του κόσμου, άρχισε να κινείται, έστω και με μικρά βήματα, σε πιο σύγχρονες μορφές οικονομίας. Η οποιαδήποτε πρόοδος αντιμετώπισε όμως δυσχέρειες λόγων των γεγονότων από τη δεκαετία του 1990 μέχρι και το 2002. Η οικονομική ανανέωση του Α. ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας 1950-60 και βασίστηκε σε πενταετή αναπτυξιακά σχέδια, από το 1956, κατά μεγάλο μέρος χρηματοδοτούμενα από ξένες βοήθειες που προήλθαν προπάντων από τη Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ειδικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, με την οποία το Α. συνόρευε τότε σε μεγάλη έκταση (το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν ήταν σοβιετικές δημοκρατίες της ΕΣΣΔ), είχαν καταστήσει τη χώρα ένα είδος ασιατικής Φιλανδίας. Η ολοκλήρωση ενός οδικού δικτύου και μεγάλων αρδευτικών έργων ήταν ο κυριότερος στόχος της πρώτης φάσης της ανάπτυξης. Στη συνέχεια δόθηκε μεγαλύτερη προσοχή στη γεωργία και στη βιομηχανία. Στο οικονομικό σχέδιο των ετών 1967-71, στους δύο τελευταίους τομείς κατευθύνθηκε αντίστοιχα πάνω από το 1/5 και το 1/3 των επενδύσεων. Η σημερινή οικονομική κατάσταση στη χώρα, λόγω των μακροχρόνιων πολεμικών συγκρούσεων, αλλά και των γενικότερων εγγενών αδυναμιών της οικονομίας, φέρνουν το Α. σε μια από τις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας οικονομικής κατάταξης. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, το ΑΕΠ το 2000 έφτανε τα 21.000 εκατ. δολάρια ΗΠΑ και το κατά κεφαλήν εισόδημα τα 800 δολάρια. Η οικονομία της χώρας, λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, έχει ουσιαστικά καταρρεύσει. Οι συγκρούσεις και οι διαμάχες μεταξύ των διαφόρων πολιτικών ομάδων συνεχίζονται και το κλίμα σταθερότητας που θα βοηθούσε την οικονομία δεν είναι ορατό. Τον Ιανουάριο του 2002, η Παγκόσμια Τράπεζα εκχώρησε δάνειο 4,5 δισ. δολ. ΗΠΑ στη χώρα. Στον τομέα της αγροτικής οικονομίας (γεωργία, κτηνοτροφία, δάση) απασχολείται το 53% του ενεργού πληθυσμού, αν και από το 1989 περίπου το ένα τρίτο της καλλιεργήσιμης γης καταστράφηκε από τους πολέμους. Η παραγωγή οπίου είναι η απασχόληση πολλών από τους κατοίκους της χώρας.Η γεωργία παραμένει ο βασικός οικονομικός τομέας της χώρας, παρέχοντας το μεγαλύτερο μέρος των εξαγώγιμων ειδών και των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται από τη βιομηχανία. Στη βάση της γεωργίας βρίσκεται η άρδευση, επειδή η χώρα είναι συνολικά φτωχή σε βροχοπτώσεις. Η τεχνική της άρδευσης είναι μια πανάρχαια τέχνη που αποτελεί σχεδόν τη μισή εργασία των χωρικών. Μια αποφασιστική ώθηση στην επέκταση των αρδευόμενων γαιών δόθηκε με την εκμετάλλευση των υδάτων του Χελμάντ, του Αργαντάμπ, του Χάρι Ροντ και του Καμπούλ, με την κατασκευή μιας σειράς φραγμάτων. Αλλά σε πολλές περιπτώσεις οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν με ξένη βοήθεια δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αποδείχτηκαν περισσότερο παραγωγικά τα έξοδα που έγιναν για την εκπόνηση σειράς μικρών σχεδίων, που πραγματοποιήθηκαν από τους ίδιους τους καλλιεργητές και τα οποία επέτρεψαν τη βελτίωση των αρδευτικών συστημάτων. Η κυριότερη καλλιέργεια είναι του σιταριού, που καλλιεργείται σχεδόν παντού, με άρδευση ή όχι, μέχρι το υψόμετρο των 3.000 μ. Η καλλιέργεια του καλαμποκιού τείνει να παραμείνει στάσιμη, όπως και η καλλιέργεια των άλλων δημητριακών. Το κριθάρι καλλιεργείται μέχρι τα 3.400 μ. και χρησιμεύει τόσο για διατροφή όσο και για κτηνοτροφή. Διαδεδομένο παντού σε μεγάλο υψόμετρο είναι το κεχρί. Στις αρδευόμενες εκτάσεις της Τζαλαλαμπάντ, της Λαγμάν, της Χαναμπάντ και της Κανταχάρ παράγεται το ρύζι, που συχνά καλλιεργείται ως δεύτερο προϊόν μετά το σιτάρι και το κριθάρι. Τα κηπευτικά προϊόντα λαμβάνουν όλο και πιο σημαντική θέση στις αγορές. Χάρη στην άρδευση γίνονται πολυάριθμες κηπευτικές και οπωροφόρες καλλιέργειες. Κοινό σε όλους τους αφγανικούς κήπους είναι το πεπόνι που αντιπροσωπεύει το πατροπαράδοτο φρούτο της χώρας. Τα πεπόνια της Κουντούζ είναι από τα πιο ονομαστά του κόσμου για το άρωμα και τη γεύση τους. Ανάμεσα στις ξυλώδεις καλλιέργειες πρέπει να αναφέρουμε τα αμπέλια, τις δαμασκηνιές, τις μηλιές, τις βερικοκιές, τις ροδακινιές, παρά το ότι τελευταία γίνονται προσπάθειες για την ανάπτυξη κονσερβοποιείων φρούτων και την εντατική χρησιμοποίηση αυτοκινήτων-ψυγείων. Στην Μπανταχσάν και στην περιοχή της Χεράτ έχει μεγάλη σπουδαιότητα η παραγωγή φιστικιών, που τροφοδοτεί ένα περιορισμένο εσωτερικό εμπόριο. Η σπουδαιότερη βιομηχανική καλλιέργεια είναι του βαμβακιού, αλλά γενικά όλες οι βιομηχανικές καλλιέργειες βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης. Έτσι, εκτός από το ζαχαροκάλαμο (στις πιο θερμές περιοχές) υπάρχουν και ζαχαρότευτλα που καλλιεργούνται στη Βακτριανή και στην Μπαγλάν. Τέλος, το Α. εξακολουθεί να είναι μια από τις πρώτες χώρες στον κόσμο σε παραγωγή οπίου.Με την κτηνοτροφία ασχολούνται κυρίως οι νομάδες, αλλά τα τελευταία χρόνια λίγα ήταν τα σχέδια για να βελτιωθούν οι αποδόσεις και η ποιότητα των ζώων. Τα πρόβατα και οι γίδες είναι τα ζώα που προσαρμόζονται καλύτερα στο φτωχό περιβάλλον της στέπας, προμηθεύοντας κρέας, δέρματα και γάλα. Αξιοσημείωτη είναι η παραγωγή μαλλιού, που κατά ένα μέρος προορίζεται για εξαγωγή και το υπόλοιπο για την εσωτερική αγορά. Μεγάλη διάδοση έχει το είδος μερινός και, στη Βακτριανή, το καρακούλ, που προμηθεύει το αστραχάν, δηλαδή τη γούνα του νεογέννητου αρνιού που συχνά το παίρνουν από τη μητέρα του πριν ακόμα γεννηθεί. Οι γούνες καρακούλ αποτελούν ένα από τα κυριότερα προϊόντα εξαγωγής. Στη Βακτριανή εξακολουθεί η αρχαία παράδοση εκτροφής αλόγων και καμηλών, που χρησιμοποιούνται ακόμα από τους τοπικούς πληθυσμούς.Αρχαϊκή περίοδος. Από την 3η χιλιετία π.Χ. τα εδάφη του σημερινού Α. υπήρξαν θέατρο περίπλοκων συναντήσεων ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Τα εδάφη αυτά αποτέλεσαν από το 500 π.Χ. τμήμα της Περσικής αυτοκρατορίας και περιλάμβαναν τις επαρχίες της Αρίας (Χάρι Ροντ), της Βακτριανής (ΝΑ Τουρκεστάν), της Δραγγιανής (Σιστάν), της Αραχωσίας (Κανταχάρ), του Παροπάμισο (περιοχή του Χιντουκούς) και της Γκαντάρα (κοιλάδα του ποταμού Καμπούλ). Περιήλθαν ύστερα, κατά ένα μέρος, στον Μέγα Αλέξανδρο (328 π.Χ.) και εντάχθηκαν στη σφαίρα του ελληνιστικού πολιτισμού. Ύστερα από μια περίοδο υποταγής στην Ινδική αυτοκρατορία των Μορία (321-231 π.Χ.), περίπου το 175 π.Χ. η ινδοελληνική δυναστεία της Βακτριανής ίδρυσε εκεί ένα ανεξάρτητο βασίλειο. Τον 1ο αι. μ.Χ., οι Πάρθοι και οι Σάκες, μια σκυθική φυλή, διαίρεσαν τα εδάφη και το 90 μ.Χ. όλο το Α. κατακτήθηκε από τους Κουσάνα, που δημιούργησαν μια τεράστια αυτοκρατορία, η οποία διήρκεσε έως την εισβολή των Λευκών Ούννων (περ. 500 μ.Χ.), που έχασαν την εξουσία αργότερα από μια ιρανική εισβολή που δημιούργησε διάφορες αυτόνομες ηγεμονίες (6ος αι.). Από την έλευση των μουσουλμάνων στον βρετανικό έλεγχο. Η οριστική κατάληψη της Σιστάν από μέρους των μουσουλμάνων έγινε το 871, αλλά ο γεωγραφικός εντοπισμός της αραβικής επέκτασης στο Α. έχει πολύ μικρή σπουδαιότητα, αφού ανέκαθεν, έως τον σχηματισμό του σημερινού σύγχρονου κράτους, αλλά ιδιαίτερα την εποχή των χαλίφηδων, η αφγανική ιστορία δεν είναι άλλη παρά η ιστορία των πιο ανατολικών περιοχών της Περσίας, που με τη σειρά της αποτελεί μέρος της πιο μεγάλης αραβικής και στη συνέχεια μουσουλμανικής αυτοκρατορίας. Τον 11ο αι. οι αφγανικοί πληθυσμοί απέκτησαν, υπό την ηγεσία του Μαχμούτ από τη Γάζνι, κάποια σπουδαιότητα στη ζωή του Ιράν. Πριν από το 1030 ο Μαχμούτ κατόρθωσε πολλές φορές να εισβάλει στην Ινδία. Η δυναστεία των Χαρίζμ Σαχ, την οποία διαδέχτηκε η δυναστεία των Γαζναβιδών, υπήρξε η πρώτη που υπέστη την εισβολή των Μογγόλων το 1221. Το 1505 ο Μπαμπούρ, ο ιδρυτής της μογγολικής δυναστείας των Ινδιών, επέλεξε ως πρωτεύουσά του την πόλη Καμπούλ. Μετά την κατάκτηση της Ινδίας αυτή αποτέλεσε μέρος της αυτοκρατορίας του Δελχί, ενώ η Χερά και η Σιστάν περιήλθαν στην Περσία, και η Κανταχάρ, που αποτέλεσε μήλον της έριδος ανάμεσα στα δύο κράτη, άλλαξε πολλές φορές κατακτητές, ώσπου οι Μογγόλοι των Ινδιών την απέσπασαν από την Περσία το 1648. Αλλά, κατά τον 16ο και 17ο αι., ήδη είχαν αρχίσει να διαγράφονται οι πρώτοι υπολογισμένοι ελιγμοί των μεγάλων δυτικών δυνάμεων που ενδιαφέρονταν για τη μεσανατολική περιοχή. Το Α. ήταν από την αρχαιότητα υποχρεωτικό πέρασμα, όπως και η Περσία, για το εμπόριο και τις μεταναστεύσεις προς την Ινδία και την περιοχή των Μογγόλων από τη Δύση και αργότερα και από τον βορρά. Όπως και για την Περσία, κατά συνέπεια, η αγγλική Εταιρεία των Ινδιών, που άρχισε να λειτουργεί στις αρχές του 17ου αι., ένιωθε την ανάγκη να ελέγχει προς όφελός της τις χερσαίες οδούς. Μεταξύ 1722 και 1736 οι εσωτερικές περιπέτειες του Ιράν έφεραν στην εξουσία, ύστερα από έναν βίαιο αγώνα εναντίον των αφγανικών φυλών που είχαν επαναστατήσει κατά της δυναστείας που βασίλευε πριν, τον Νάδιρ Σαχ, ο οποίος όταν ανήλθε στον ιρανικό θρόνο ανακήρυξε την ορθόδοξη σουνιτική θρησκεία επίσημη του περσικού κράτους. Μόλις ο Νάδιρ δολοφονήθηκε από τους φανατικούς σιίτες, η ενότητα του βασιλείου του διαλύθηκε. Ο Αφγανός στρατηγός Άχμετ επωφελήθηκε της κατάστασης και ανακηρύχθηκε (1747) ηγεμόνας του Α., έκτοτε ανεξάρτητου κράτους, επέλεξε για πρωτεύουσά του την Κανταχάρ και απέκτησε την προσωνυμία Ντουρ-ι-Ντουράν (Μαργαριτάρι των μαργαριταριών). Το 1773 διαδέχτηκε τον Άχμετ ο γιος του Τιμούρ Σαχ, που μετέφερε την πρωτεύουσα του βασιλείου στην Καμπούλ και κυβέρνησε με σύνεση. Ο Τιμούρ απέφυγε τους κατακτητικούς πολέμους που είχαν χαρακτηρίσει τη βασιλεία του πατέρα του και σιγά-σιγά το Α. έχασε τις ινδικές επαρχίες υπό την πίεση των αγγλικών κατακτήσεων. Με τον θάνατο του Τιμούρ, το 1793, ξέσπασαν ανάμεσα στους γιους του σκληροί αγώνες για τη διαδοχή, που τερματίστηκαν το 1836. Στο μεταξύ είχαν γίνει ανάμεσα στην Αγγλία και την αφγανική κυβέρνηση οι πρώτες άμεσες επαφές (1809), όταν η Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποίησε όλες τις δυνάμεις της στη Μέση Ανατολή, από την Περσία μέχρι το Άντεν, με σκοπό να εμποδίσει τα σχέδια του Ναπολέοντα στην Ινδία. Η αγγλοαφγανική συμφωνία εναντίον της Γαλλίας προέβλεπε επίσης την αφγανική αντίσταση σε μια τυχόν περσική εισβολή στην Ινδία. Άγγλοι, Ιρανοί και Ρώσοι ερίζουν για το Α. Τα αγγλικά στρατηγικά συμφέροντα έκαναν τη βρετανική πολιτική να κυμαίνεται σταθερά ανάμεσα στην κατάληψη ολόκληρου του αφγανικού εδάφους –και όχι μονάχα των συνοριακών βουνών, προκειμένου να είναι πλήρως εξασφαλισμένη– και στην επικράτησή της με την οικονομικοστρατιωτική ισχύ της, αφήνοντας όμως στο Α. την ηγεμονία του και αντιμετωπίζοντάς το ουσιαστικά ως κράτος-δορυφόρο. Το βρετανικό αυτό δίλημμα διήρκεσε σχεδόν ολόκληρο τον 19ο αι. Ένας ισχυρός αντίπαλος εργαζόταν όμως στη Μέση Ανατολή εναντίον της Αγγλίας, για να της αφαιρέσει τουλάχιστον κατά ένα μέρος την κυριαρχία: η Ρωσία. Και ακριβώς η Ρωσία ήταν εκείνη που έπεισε την ιρανική κυβέρνηση να εισβάλει στο Α. Αυτό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την αγγλική επέμβαση. Ο πρώτος αγγλοαφγανικός πόλεμος (1838-42) κορυφώθηκε το 1841 με μια γενική αντιβρετανική εξέγερση σε όλη τη χώρα. Ακολούθησε το 1842 μια βρετανική αποστολή που προέβη σε αντίποινα ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους και καταστρέφοντας κατά ένα μέρος την πρωτεύουσα. Το 1854 υπογράφηκε ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και στο Α. μια συνθήκη πλήρους εδαφικού σεβασμού στην ινδική μεθόριο. Αλλά το 1856 η Περσία, με ενθάρρυνση της Ρωσίας, επιτέθηκε και πάλι κατά του Α., προκαλώντας μια βιαιότατη αντίδραση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία, μέσω του κυβερνήτη της Ινδίας, κήρυξε τον πόλεμο στο Ιράν αναγκάζοντάς το, έναν χρόνο αργότερα, να αναγνωρίσει με τη συνθήκη των Παρισίων την αφγανική ανεξαρτησία και να εγκαταλείψει για πάντα τις αξιώσεις του για τα εδάφη εκείνα. Ο αγγλορωσικός ανταγωνισμός και η επίδραση των απεσταλμένων του τσάρου στην Καμπούλ οδήγησαν σε μια νέα σύγκρουση, τον δεύτερο αφγανικό πόλεμο (1878-79). Και η σύρραξη αυτή τερματίστηκε με μια συνθήκη (1880), που επικύρωνε την υπεροχή της Αγγλίας. Οι εξελίξεις του 20ού και η αυγή του 21ου αι. Μια διένεξη για τον καλύτερο καθορισμό των συνόρων (αγγλορωσικές και αγγλοαφγανικές συμφωνίες) ξεπεράστηκε το 1907 από την περίφημη μυστική συμφωνία διαμελισμού της Μέσης Ανατολής ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και στη Ρωσία: ο τσάρος αναγνώρισε με δυσαρέσκεια την αγγλική επιρροή στο Α. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου το Α. παρέμεινε ουδέτερο. Το 1919 δολοφονήθηκε ο ηγεμόνας Χαμπιμπουλάχ και οι αγώνες ανάμεσα στον αδελφό του Νασρουλάχ και στον γιο του Αμανουλάχ είχαν ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε θάνατο ο αδελφός και να ανέλθει στον θρόνο ο Αμανουλάχ, ο οποίος για να εξιλεωθεί για την καταδίκη του θείου του, εχθρού των Άγγλων, και για να εκμεταλλευτεί τη μεταπολεμική εξασθένηση της Μεγάλης Βρετανίας, οργάνωσε την εισβολή στην Ινδία. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε τον τρίτο αγγλοαφγανικό πόλεμο (8-28 Μαΐου 1919), κατά τη διάρκεια του οποίου το Α. υποχρεώθηκε να επιστρέψει στα σύνορά του· παρ’ όλα αυτά η συνθήκη του Ραβαλπίντι (8 Αυγούστου 1919) αναγνώρισε την πλήρη ανεξαρτησία του Α. και στις εξωτερικές υποθέσεις. Ο Αμανουλάχ εγκαινίασε τότε μια δυναμική πολιτική και το ίδιο έτος δεν δίστασε να ανταλλάξει αποστολές με τη νεοσύστατη τότε Σοβιετική Ένωση και να φιλοξενήσει στο έδαφός του Ινδούς επαναστάτες. Στις 28 Φεβρουαρίου 1921 υπογράφηκε μια συνθήκη φιλίας ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και το Αφγανιστάν, που έβαζε για πρώτη φορά ουσιαστικά τους Ρώσους στη διεκδίκηση του Α. Τον ίδιο χρόνο υπογράφηκε και μια συμφωνία για διάφορες διευκολύνσεις και συνοριακούς διακανονισμούς με το ίδιο το βρετανικό στέμμα και όχι με την κυβέρνηση της Ινδίας. Το 1921 ο Αμανουλάχ υπέγραψε συμφωνίες φιλίας με την Τουρκία και το Ιράν και το 1926 σύμφωνο μη επίθεσης με τη Σοβιετική Ένωση. Η πολιτική του Αμανουλάχ ενθάρρυνε τη σοβιετική διείσδυση στη χώρα και δημιούργησε συνεχείς αφορμές ερίδων σε αραιοκατοικημένες περιοχές των συνόρων με την Ινδία. Μεταξύ 1920 και 1930 πραγματοποιήθηκε μια αξιοσημείωτη γερμανική διείσδυση, ενώ αναπτυσσόταν στη χώρα κάποια διαδικασία δυτικοποίησης, που οδήγησε σε διαφορές με τον κλήρο και τους συντηρητικούς. Αλλά η εξέγερση μερικών φυλών το 1928 ανάγκασε τον Αμανουλάχ να παραιτηθεί. Αυτό προκάλεσε έναν αγώνα διαδοχής, που τερματίστηκε στις 16 Οκτωβρίου 1929, όταν ο Μοχάμετ Νάδιρ Χαν ανακηρύχτηκε στην Καμπούλ βασιλιάς του Α. Τον Οκτώβριο του 1931, στο πλαίσιο μιας συνετής πολιτικής αποκατάστασης της τάξης σε δυτικά πρότυπα, δημοσιεύτηκε το νέο σύνταγμα της χώρας. Τον Νοέμβριο του 1933 ο Νάδιρ Χαν δολοφονήθηκε από έναν προσωπικό του εχθρό και τον διαδέχτηκε ο γιος του Μοχάμετ Ζάχιρ, που σύναψε (1936) το σύμφωνο μεσανατολικής αλληλεγγύης με το Ιράν, το Ιράκ και την Τουρκία του Κεμάλ, πρώτο συμπαγή πυρήνα του σύγχρονου πανισλαμισμού. Πιστό στις παραδόσεις του, το Α. παρέμεινε ουδέτερο κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά το τέλος του πολέμου, η δυναστεία που βασίλευε υιοθέτησε φιλελεύθερες θέσεις, ενώ τον παλιό αγγλορωσικό ανταγωνισμό αντικαθιστούσε ο αμερικανοσοβιετικός (η παλιά λειτουργία της χώρας ως αντιτριβικό έδρανο ίσχυε έτσι υπό άλλη έννοια, όχι πια ανάμεσα στην τσαρική Ρωσία και στη βρετανική αυτοκρατορία των Ινδιών, αλλά ανάμεσα στις δύο σφαίρες του ψυχρού πολέμου). Το Α., που έγινε δεκτό στον ΟΗΕ το 1946, άρχισε να δέχεται οικονομική βοήθεια από τις ΗΠΑ και στρατιωτικο-οικονομική από την ΕΣΣΔ, διατηρώντας ωστόσο μια αυστηρή ουδετερότητα. Το ζήτημα των συνόρων επανήλθε στην επιφάνεια με τη δημιουργία του Πακιστάν που ενσωμάτωνε το Παστουνιστάν, στο οποίο κατοικούσαν πληθυσμοί συγγενείς με τους Αφγανούς. Αυτό έδωσε προφάσεις για εδαφικές διεκδικήσεις του Α. (1953) που το 1961 κατέληξαν σε ένοπλες συγκρούσεις. Το 1963 η κατάσταση βελτιώθηκε και τα ζητήματα των συνόρων διευθετήθηκαν και με την ΕΣΣΔ και με την Κίνα. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό μεγάλωναν οι απαιτήσεις της νεοαστικής τάξης εναντίον της φεουδαρχικής αριστοκρατίας και το 1964 υιοθετήθηκε νέο σύνταγμα που επικύρωνε την εισαγωγή του κράτους δικαίου. Στις 17 Ιουλίου 1973, ενώ ο βασιλιάς Μοχάμετ Ζάχιρ βρισκόταν στο εξωτερικό, ένα πραξικόπημα κατάργησε τη μοναρχία και ανακήρυξε δημοκρατία. Πρωταίτιος της εξέγερσης ήταν ένας εξάδελφος και κουνιάδος του έκπτωτου μονάρχη, ο στρατηγός Μοχάμετ Νταούντ Χαν, πρώην πρωθυπουργός (1953-63) και υποστηρικτής των οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Το πραξικόπημα είχε φανεί –παρά τις δηλώσεις της μη ευθυγράμμισης του Νταούντ– ως μια αφύπνιση της σοβιετικής πρωτοβουλίας στην περιοχή. Στο διεθνές πεδίο, ωστόσο, η πολιτική του νέου καθεστώτος παρέμενε αντιπακιστανική (σχετιζόμενη με την υποστήριξη που παρείχε η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο στην Ισλαμαμπάντ) και επίσης σε συνάρτηση με τον έλεγχο του ιρανικού εξοπλισμού υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Στην εσωτερική πολιτική, το καθεστώς του Νταούντ άρχισε μια διαδικασία σταθεροποίησης, παρά τις επανειλημμένες απόπειρες ανατροπής του (όπως εκείνη του Σεπτεμβρίου 1973), καθώς και μια πραγματική οικονομική αναγέννηση. Στις 27 Απριλίου 1978 ο Μοχάμετ Νταούντ Χαν ανατράπηκε από πραξικόπημα των στρατιωτικών δυνάμεων, του οποίου ηγήθηκε ο συνταγματάρχης Αμπντούλ Καντίρ (ο οποίος ανέλαβε το υπουργείο Αμύνης στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε). Ο πρόεδρος Νταούντ και όλα τα μέλη της οικογένειάς του εκτελέστηκαν. Ο Νουρ Μοχάμαντ Τάρακι, φυλακισμένος ηγέτης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Α., αφέθηκε ελεύθερος και ορίστηκε πρόεδρος του επαναστατικού συμβουλίου και πρωθυπουργός. Η χώρα μετονομάστηκε σε Λαϊκή Δημοκρατία και μόνο το επίσημο κόμμα μπορούσε να λειτουργεί. Οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση ενισχύθηκαν, αλλά η αντίθεση στο νέο καθεστώς οδήγησε σχεδόν σε όλες τις επαρχίες σε ένοπλη εξέγερση, ιδιαίτερα τους παραδοσιακούς μουσουλμάνους φυλάρχους, ενώ συνέβαλε και στη φυγή χιλιάδων προσφύγων προς το Πακιστάν και το Ιράν. Παρά τις εκκαθαρίσεις, η θέση του Τάρακι κλονίστηκε και τον Σεπτέμβριο του 1979 ανατράπηκε από τον Χαφιζουλάχ Αμίν, που ήταν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Ο Αμίν επέβαλε αυστηρότερο καθεστώς, με αποτέλεσμα να διογκωθεί η λαϊκή αντίδραση. Τον Δεκέμβριο του 1979, ο Αμίν ανατράπηκε και σκοτώθηκε στη διάρκεια πραξικοπήματος το οποίο υποστηρίχτηκε από 80.000 στρατιώτες που εισέβαλαν από τη Σοβιετική Ένωση. Η εισβολή των σοβιετικών δυνάμεων σε μια παραδοσιακά αδέσμευτη χώρα προκάλεσε τη διεθνή καταδίκη. Ο Μπαμπράκ Καρμάλ, πρώην αντιπρόεδρος, εγκαταστάθηκε ως νέος αρχηγός του κράτους από τους Σοβιετικούς. Οι εκκαθαρίσεις αλλά και οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν το 1980 και 1981, με αποτέλεσμα να αντικατασταθεί και ο Καρμάλ τον Ιούνιο του 1981. Αμέσως μετά την εγκαθίδρυση του νέου φιλοσοβιετικού καθεστώτος ξεκίνησαν τον αγώνα τους οι πρώτες ανταρτικές ομάδες των μουσουλμάνων, με βάση τις παραδοσιακές φυλές των ορεσίβιων Αφγανών, τόσο εναντίον του τακτικού στρατού όσο και εναντίον των σοβιετικών στρατευμάτων. Το καθεστώς προσπάθησε να προωθήσει την εθνική ενότητα δημιουργώντας ένα Εθνικό Πατριωτικό Μέτωπο και κηρύσσοντας εκλογές για τα τοπικά όργανα, στις οποίες εξελέγησαν και ορισμένα μη μέλη του κόμματος. Τον Μάιο του 1986 ο δρ Νατζιμπουλάχ, πρώην αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών, διαδέχτηκε τον Καρμάλ στην ηγεσία του κόμματος και ανακοίνωσε τον σχηματισμό συλλογικής ηγεσίας, παραμερίζοντας αργότερα τον Καρμάλ από κάθε αξίωμα. Στα τέλη του 1986, το καθεστώς προώθησε την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης εξασφαλίζοντας κάποια υποστήριξη από τους αντιπάλους του, αλλά η συμμαχία που είχαν συγκροτήσει τα επτά κόμματα των μουτζαχεντίν, δηλαδή οι μουσουλμανικές δυνάμεις που ήταν σαφώς αντίθετες στο καθεστώς, αρνήθηκαν να τηρήσουν την εκεχειρία και να λάβουν μέρος σε διαπραγματεύσεις. Στο πολιτικό επίπεδο, το καθεστώς του Νατζιμπουλάχ συνέχισε τα ανοίγματα προς την αντιπολίτευση και τον Απρίλιο του 1988 έγιναν εκλογές στις οποίες βέβαια δεν έλαβαν μέρος τα κόμματα και οι οργανώσεις των μουτζαχεντίν. Τον Φεβρουάριο του 1989, μετά την αποχώρηση των σοβιετικών δυνάμεων από το Α., ο Νατζιμπουλάχ προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησής του, επέβαλε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και συγκρότησε ανώτατο συμβούλιο για την άμυνα της πατρίδας, το οποίο ανέλαβε την πλήρη ευθύνη για τη διακυβέρνηση της χώρας. Τον Μάρτιο του 1990, ο υπουργός Άμυνας με την υποστήριξη τμημάτων των ενόπλων δυνάμεων επιχείρησε ανεπιτυχές πραξικόπημα κατά του Νατζιμπουλάχ, ο οποίος στη συνέχεια προχώρησε σε εκκαθαρίσεις και αποφάσισε να επιστρέψει η χώρα σε πολιτική διακυβέρνηση. Ορισμένα μέτρα υιοθετήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, το κυβερνών κόμμα υιοθέτησε νέο πρόγραμμα, αλλά οι προσπάθειες του Νατζιμπουλάχ για εθνική συμφιλίωση ήταν αποτέλεσμα ουσιαστικά των εσωτερικών προβλημάτων στη Σοβιετική Ένωση, η οποία δεν μπορούσε πλέον να συντηρεί με όπλα, αγαθά και πιστώσεις το καθεστώς της Καμπούλ. Οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στους μουτζαχεντίν αντάρτες και τον αφγανικό στρατό άρχισαν αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1978, αλλά εντάθηκαν στη συνέχεια. Ο αφγανικός στρατός στηρίχτηκε κυρίως στη σοβιετική βοήθεια, αλλά το ηθικό του και η δύναμή του επηρεάστηκε από τις λιποταξίες ανδρών προς τις τάξεις των ανταρτών. Από 80.000 άντρες το 1978 έφτασε να έχει μόλις 40.000 ύστερα από επτά χρόνια. Στη διάρκεια του πολέμου στο Α., οι ανταρτικές οργανώσεις, που είχαν ελάχιστα όπλα στην αρχή, έλαβαν στη συνέχεια μεγάλη βοήθεια κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία και την Κίνα. Παρά τον έλεγχο των συνόρων, τα όπλα έφταναν στους αντάρτες μέσω του Πακιστάν, ενώ πολλές οργανώσεις τους είχαν την έδρα τους στο ΒΔ τμήμα του Πακιστάν και ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα της επαρχίας αυτής, Πεσαουάρ. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να εξασφαλίσει την υποστήριξη των συνοριακών φυλών απέτυχαν. Τα σύνορα του Α. με το Πακιστάν παραβιάστηκαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα γενικά χαρακτηριστικά του πολέμου στο Α. παρέμειναν σε όλη τη διάρκειά του τα ίδια: το καθεστώς έλεγχε τις μεγάλες πόλεις και μερικές στρατηγικές βάσεις και βομβάρδιζε στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους, ενώ παράλληλα υιοθετούσε μέτρα συμφιλίωσης προς τους τοπικούς πληθυσμούς· οι αντάρτες κυριαρχούσαν στις αγροτικές περιοχές. Ο πόλεμος έφερε πείνα, αλλά και τεράστια κύματα προσφύγων. Ο πληθυσμός της Καμπούλ σχεδόν διπλασιάστηκε, ενώ στα μέσα του 1988 οι Αφγανοί πρόσφυγες στο Πακιστάν ξεπερνούσαν τα τρία εκατομμύρια και στο Ιράν πλησίαζαν τα δυόμισι. Από το 1980 πραγματοποιήθηκαν εντατικές διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση των σοβιετικών δυνάμεων από το Α. Η γενική συνέλευση του ΟΗΕ ζήτησε την αποχώρησή τους με εννέα διαδοχικές αποφάσεις. Στη Γενεύη διεξάγονταν έντονες διαπραγματεύσεις για τον ίδιο σκοπό και τελικά τον Απρίλιο του 1988 συμφωνήθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, η αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, η εγγύηση της ουδετερότητας του Α., η επιστροφή των προσφύγων και η εγκατάσταση δύναμης του ΟΗΕ. Παρά τη συμφωνία όμως και την έναρξη αποχώρησης των σοβιετικών δυνάμεων, τα όπλα συνέχισαν να ρέουν στο Α. και οι συγκρούσεις να μαίνονται. Οι Σοβιετικοί άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους ίδιους τους αντιπροσώπους των μουτζαχεντίν, οι οποίοι όμως επέμεναν να μη μετάσχει στη μελλοντική κυβέρνηση του Α. κανένας εκπρόσωπος του φιλοσοβιετικού καθεστώτος. Στα μέσα του 1988, οι μουτζαχεντίν αύξησαν τη στρατιωτική τους δραστηριότητα, πολιορκώντας ορισμένες πόλεις. Ωστόσο, η έλλειψη οργάνωσης και η απειρία τους στον σύγχρονο πόλεμο δεν συνέβαλαν σε σημαντικές επιτυχίες. Τον Φεβρουάριο του 1989 κατάφεραν ωστόσο να συγκροτήσουν μια προσωρινή κυβέρνηση στην εξορία, η οποία λίγο αργότερα εξασφάλισε την υποστήριξη της Οργάνωσης της Ισλαμικής Διάσκεψης, καθώς και της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Στα μέσα του 1989, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να αυξήσουν την παροχή σύγχρονου εξοπλισμού στους αντάρτες, οι οποίοι δεν έπαψαν σε ολόκληρη αυτή την περίοδο να έχουν και τα εσωτερικά τους προβλήματα, ανάμεσα σε μετριοπαθέστερες πτέρυγες και τους ακραίους ισλαμιστές, ενώ ταυτόχρονα πολλές χώρες ασκούσαν την επιρροή τους σε διαφορετικά τμήματα των ανταρτών. Τον Μάιο του 1991, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ διατύπωσε πέντε αρχές για τη λύση του αφγανικού προβλήματος: (α) αναγνώριση της εθνικής κυριαρχίας, (β) δικαίωμα του λαού να επιλέγει την κυβέρνησή του, (γ) εγκαθίδρυση ανεξάρτητου μηχανισμού για την επίβλεψη ελεύθερων εκλογών, (δ) κατάπαυση του πυρός και (ε) βοήθεια για την επιστροφή των προσφύγων. Τις αρχές αυτές αποδέχτηκαν οι κυβερνήσεις του Α. και του Πακιστάν, αλλά τις απέρριψαν οι μουτζαχεντίν. Σε τοπικό επίπεδο, η αφγανική κυβέρνηση συνέχισε τις προσπάθειές της να εξασφαλίσει την υποστήριξη κάποιων από τις οργανώσεις των μουτζαχεντίν, οι οποίοι, αντίθετα, εξαπέλυσαν νέες επιθέσεις για να εντυπωσιάσουν διεθνώς και να εμποδίσουν τις προσπάθειες της κυβέρνησης. Τον Μάρτιο του 1991, κατάφεραν να καταλάβουν και την πόλη Χοστ. Τον Σεπτέμβριο του 1991 οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση ανακοίνωσαν ξαφνικά ότι θα πάψουν να προμηθεύουν με όπλα τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, κάτι το οποίο χαιρετίστηκε, αλλά στην πράξη οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Τον Φεβρουάριο του 1992 το Πακιστάν αποφάσισε να πάψει να υποστηρίζει τους αντάρτες, οι οποίοι είχαν ολοένα μεγαλύτερα εσωτερικά προβλήματα. Οι εξελίξεις όμως τους ευνόησαν, γιατί τον Απρίλιο του 1992 ο Νατζιμπουλάχ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το ίδιο του το κόμμα, μετά την κατάληψη μιας σημαντικής βάσης από τους μουτζαχεντίν, με επικεφαλής τον Αχμάντ Σαχ Μασούντ. Ο Νατζιμπουλάχ κατέφυγε, υπό την προστασία του ΟΗΕ, σε κρησφύγετο στην Καμπούλ και μέσα σε λίγες μέρες όλες οι μεγάλες πόλεις του Α. βρέθηκαν υπό τον έλεγχο διαφορετικών συσπειρώσεων των ανταρτών μουτζαχεντίν, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις συμμάχησαν με τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές. Στις 25 Απριλίου οι δυνάμεις των δύο σημαντικότερων ηγετών των ανταρτών, του Μασούντ και του Γκουλμπουντίν Χεκματιάρ, εισήλθαν στην Καμπούλ. Ο στρατός παρέδωσε τις θέσεις του και αμέσως η πόλη βρέθηκε στο έλεος των αντιμαχόμενων παρατάξεων των μουτζαχεντίν. Οι ηγέτες των ανταρτών στο Πεσαουάρ συμφώνησαν να συγκροτήσουν ένα συμβούλιο που θα αναλάμβανε την εξουσία στην Καμπούλ με επικεφαλής τον μετριοπαθή καθηγητή Σιμπγατουλάχ Μοτζαντέντι, ο οποίος θα παρέδιδε την εξουσία έπειτα από δύο μήνες στον επίσης καθηγητή Μπουρχανουντίν Ραμπανί. Οι συγκρούσεις όμως ανάμεσα στις διάφορες οργανώσεις των μουτζαχεντίν προκάλεσαν χάος στην αφγανική πρωτεύουσα. Σε πρώτη φάση ο Μασούντ υπερίσχυσε, αλλά η διαδικασία της επιβολής αυστηρών ισλαμικών πρακτικών μετέβαλε πολύ γρήγορα την εικόνα του Α. Η θανατική ποινή επανήλθε, το αλκοόλ απαγορεύτηκε και οι γυναίκες θα έπρεπε να κυκλοφορούν ντυμένες σύμφωνα με τις αυστηρές εντολές της εξουσίας. Ο Χεκματιάρ άρχισε να βομβαρδίζει την πρωτεύουσα, με αποτέλεσμα σε λίγο καιρό να εξουσιάζει ουσιαστικά ολόκληρη τη χώρα και χιλιάδες άνθρωποι να εγκαταλείπουν την Καμπούλ, ενώ το χάος κυριαρχούσε στους δρόμους της. Τελικά, συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός και στα τέλη Δεκεμβρίου του 1992 συνήλθε στην Καμπούλ η μεγάλη συνέλευση των αρχηγών των φυλών, που εξέλεξε τον Ραμπανί πρόεδρο της χώρας για δύο ακόμη χρόνια. Η κατάσταση όμως δεν εξομαλύνθηκε και στις αρχές του 1993 οι συγκρούσεις επαναλήφθηκαν, ενώ πολύ αργότερα οι ηγέτες των μουτζαχεντίν κατέληξαν σε νέα συμφωνία στο Ισλαμαμπάντ, με βάση την οποία όλες οι οργανώσεις θα μετείχαν με ορισμένους υπουργούς στη νέα κυβέρνηση. Ούτε και η νέα συμφωνία όμως τερμάτισε τις βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στις διάφορες ομάδες των μουτζαχεντίν και η προσωρινή κυβέρνηση αποδείχτηκε ανίκανη να διοικήσει τη χώρα. Οι μετακινήσεις και οι αλλαγές στις συμμαχίες οδηγούσαν σε νέα έξαρση των συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να αυξάνει συνεχώς ο αριθμός των νεκρών και των τραυματιών, ιδιαίτερα ανάμεσα στον άμαχο πληθυσμό. Ο ΟΗΕ και πολλές διεθνείς οργανώσεις κατέβαλαν προσπάθειες για την επίτευξη τερματισμού των συγκρούσεων, αλλά χωρίς επιτυχία. Στα τέλη του 1994 νέες ειρηνευτικές συνομιλίες άρχισαν στην Τεχεράνη, χωρίς όμως να υπάρχουν ενδείξεις ότι οι αρχηγοί των διαφόρων παρατάξεων ήταν διατεθειμένοι να συμβιβαστούν. Στα τέλη του 1994, μια νέα και άγνωστη έως τότε δύναμη εμφανίστηκε στο Α., η οποία έγινε γνωστή διεθνώς ως το Κίνημα των Ταλιμπάν. Το κίνημα αυτό συγκροτήθηκε από περίπου είκοσι χιλιάδες ενόπλους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν απόφοιτοι ισλαμικών σχολών του Πακιστάν και οι οποίοι υποστήριζαν τις πιο ακραίες πρακτικές εφαρμογές του ισλαμικού νόμου, όπως εκείνοι τον ερμηνεύουν. Οι Ταλιμπάν απέκτησαν γρήγορα μεγάλη λαϊκή υποστήριξη και στις αρχές του 1995 είχαν καταλάβει έξι από τις επαρχίες του Α., σκοπεύοντας να επιτεθούν και στην πρωτεύουσα Καμπούλ. Τον Μάιο του 1996 ο πρόεδρος Μπουρχανουντίν Ραμπανί και ο ηγέτης του κόμματος Χεζμπ-ι-Ισλάμι Γκουλμπουντίν Χεκματιάρ κατέληξαν ύστερα από πολύμηνες συγκρούσεις σε συμφωνία ειρήνης και έτσι τον Ιούλιο του 1996 σχηματίστηκε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Χεκματιάρ, ο οποίος ανέλαβε επίσης τα υπουργεία της Άμυνας και των Οικονομικών, ενώ το κόμμα του προέδρου Τζάμιατ-ι-Ισλάμι ανέλαβε τα υπουργεία Εσωτερικών και Εξωτερικών. Όμως, το 1997 επικράτησαν σχεδόν πλήρως οι ακραίοι ισλαμιστές Ταλιμπάν, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν καθεστώς βίας, τρομοκρατίας και σκοταδισμού, το οποίο δεν αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ. Το καθεστώς τους κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις ΗΠΑ και τελικά ανατράπηκε στα τέλη του 2001, ύστερα από αμερικανική στρατιωτική επέμβαση. Ακολούθησαν διεργασίες για την αποκατάσταση κοινοβουλευτικών θεσμών από τη μεταβατική κυβέρνηση του Χαμίντ Καρζάι, και οι επόμενες εκλογές προγραμματίστηκαν για το 2004.Η λόγια λογοτεχνία στην παστό, την εθνική γλώσσα των Αφγανών, είναι στην ουσία μίμηση της περσικής, μολονότι πλησιάζει περισσότερο το πνεύμα των λογοτεχνιών της ινδοπακιστανικής υποηπείρου. Η ιστορία των αρχών της λογοτεχνίας παστό παρουσιάζει ένα πρόβλημα που δεν έχει λυθεί έως τώρα με βεβαιότητα, το πρόβλημα δηλαδή της γνησιότητας σπουδαιότατων κειμένων, προπάντων μιας ταζκίρα (συλλογή βιογραφιών ποιητών, που συνοδεύονται με ανθολογημένα δείγματα ποιημάτων), με τον τίτλο Πάτα Χαζάνα (Κρυμμένος θησαυρός), που γράφτηκε το 1729 από τον Μοχάμετ Χότακ και εκδόθηκε το 1944 από τον Α.Χ. Χαμπίμπι. Στην ταζκίρα αυτή περιλαμβάνονται δείγματα ποίησης παστό που χρονολογούνται από το έτος 139 από Εγίρας (756 μ.Χ.), ενώ για την πεζογραφία η ανακάλυψη, περίπου το 1940, αποσπασμάτων του Ταδκιράτ αλ-Αουλίγια (Βιογραφίες αγίων) του Σουλαϊμάν Μακού (γραμμένες μετά το έτος 612 από Εγίρας, δηλαδή το 1215-16) θα τοποθετούσε τις αρχές της πεζογραφίας παστό στον 13ο αι. της δικής μας χρονολογίας. Αντίθετα, οι ιστορίες της λογοτεχνίας παστό πριν από την ανακάλυψη αυτή δεν είναι προγενέστερες του 16ου αι. Με εξαίρεση το έργο του Σουλαϊμάν Μακού που αναφέραμε, τα πρώτα γνωστά έργα σε πεζό λόγο μας φέρνουν στη δεύτερη περίοδο της αφγανικής λογοτεχνίας, αυτή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε περίοδο των Μογγόλων των Ινδιών. Πρόκειται για το Χαΐρου’λ-Μπαγιάν (Η καλύτερη έκθεση) –της οποίας το αρχικό κείμενο, μόνο κατά ένα μέρος στην παστό, ανακαλύφθηκε το 1962– του αιρετικού πανθεϊστή Μπαγιαζίτ Ανσάρι, από το Βαζιριστάν, γνωστού στους οπαδούς του με το όνομα πιρ-ι-ραουσάν (φωτισμένος δάσκαλος) και στους αντιπάλους του με το όνομα πιρ-ι-ταρίκ (σκοτεινός δάσκαλος). Τη θρησκευτική του επίδραση προσπάθησε με επιτυχία να αντικρούσει ο ορθόδοξος Αχούν Νταρβέζα που πέθανε το 1638. Πολύ γνωστή είναι κυρίως η ιστορία του για τους Αφγανούς με τον τίτλο Μάχζαν-ι-αφγάνι (Ο αφγανικός θησαυρός). Στην περίοδο των Μογγόλων των Ινδιών ανήκει και ο περιφημότερος ίσως Αφγανός ποιητής Κουσχάλ Χαν (1613-1694) που ξεχωρίζει για την ειλικρίνεια του αισθήματος και για μια πολύ έκδηλη εθνική νότα. Ανάμεσα στους σπουδαιότερους μαθητές και μιμητές του υπήρξε ο γιος του Αμπντούλ Κάντερ (;-1702). Μερικοί Αφγανοί προτιμούν από τον Κουσχάλ Χαν τον δημοφιλέστατο μυστικιστή ποιητή Αμπντουραχμάν Μπαμπά, της φυλής μοχμάντ που έζησε στην Πεσάουαρ (1640-1706). Με έναν άλλο περίφημο λυρικό ποιητή που έγραψε στην παστό, τον Αμπντουλχαμίτ (;-1732) της φυλής μοχμάντ, που κι αυτός έζησε στην Πεσάουαρ, ερχόμαστε πια στην τρίτη περίοδο της αφγανικής λογοτεχνίας (που περιλαμβάνεται σε γενικές γραμμές από το 1678 έως το 1834), η οποία χαρακτηρίζεται στην πολιτική ιστορία από την εδραίωση των τοπικών δυναστειών των Χότακ (στην Κανταχάρ) και των Σαντοζάι (στην Καμπούλ). Εκτός από τον σύγχρονό του και μαθητή του Καλαντάρ, αναφέρουμε τον Χαμίτ Γκουλ, που έζησε κι αυτός το πρώτο μισό του 18ου αι. Το σπουδαιότερο πεζογραφικό έργο της περιόδου αυτής είναι το Τ’αρίχ-ι-μουράσα (Ιστορία στολισμένη με πολύτιμα πετράδια) του Αφζάλ Χαν Χατάκ, απογόνου του Χουσχάλ Χαν και αρχηγού της φυλής του έως το 1770. Τίποτα το ενδιαφέρον δεν μας προσφέρει η λόγια αφγανική λογοτεχνία της περιόδου από το 1834 έως τη σύγχρονη αναγέννηση του Α. (περ. 1930). Πρέπει ωστόσο να αναφέρουμε τους Μούνσι Άχμετ Τζαν, Μιρ Άχμετ Σαχ Ρισβάνι και Μπουλά Νιματουλάου. Η αναγέννηση της λογοτεχνίας παστό, πριν ακόμα εμφανιστεί στο έδαφος του Α., αρχίζει να εμφανίζεται στις επαρχίες των Πατάνων των Βρετανικών Ινδιών. Ωστόσο, η πραγματική αναγέννηση της λογοτεχνίας παστό αρχίζει το 1937 με την ίδρυση της Αφγανικής Ακαδημίας (Ντα Παστό Τολένα), που με την εντατική μελέτη και με την έκδοση μεγάλου αριθμού έργων που κινδύνευαν να χαθούν, συνέβαλε στη διάδοση της αφγανικής κουλτούρας στον λαό. Όμως αυτή η δραστηριοποίηση είχε ήδη αρχίσει με τον Αμπντούλ-Καγιούμ Χαν, ο οποίος ίδρυσε το 1920 στην Πεσάουαρ το Ισλαμικό Κολέγιο και στη συνέχεια το Κολέγιο Εδουάρδου. Από τα δύο αυτά κέντρα προήλθαν λογοτέχνες κάθε είδους που εμπλούτισαν και ξανάδωσαν λάμψη στη γλώσσα. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να λησμονείται η θεμελιώδης σημασία της λαϊκής λογοτεχνίας, που αναπτύσσεται στις νομαδικές φυλές, οι οποίες έχουν επεξεργαστεί με τρόπο ζωντανό και γλαφυρό ποιητικές φόρμες τελείως άγνωστες στην έντεχνη λογοτεχνία. Οι νέες γενιές των Αφγανών λογοτεχνών προσπαθούν σταθερά να προσεγγίσουν την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Η τάση αυτή είναι φανερή προπάντων στα έργα του Μπενέουα, που πραγματεύεται κοινωνικά προβλήματα με μεγάλη τεχνική ικανότητα, και στα έργα του Σαντικουλάχ Ριστίν, συγγραφέα μιας Ιστορίας της αφγανικής λογοτεχνίας. Ένα είδος με το οποίο ασχολούνται κατά τα τελευταία χρόνια οι μορφωμένοι άνθρωποι είναι η μελέτη και η κριτική έκδοση των κειμένων.Από την 3η χιλιετία π.Χ. μπορούμε να παρατηρήσουμε μια συρροή διαφόρων πολιτισμών στο αφγανικό έδαφος, αν και για την προϊστορική περίοδο οι γνώσεις μας είναι λίγες και περιορίζονται σε μερικά ανασκαφικά ευρήματα. Μέσω της αρχαιότερης παραγωγής πήλινων αντικειμένων, μπορούμε να ξεχωρίσουμε στοιχεία που συνδέονται με τους πολιτισμούς του Βελουχιστάν (Κουέτα), ενώ η μεταγενέστερη παραγωγή παρουσιάζει τυπολογικές αναλογίες με το Ιράν ως προς τα σχήματα (Τεπέ Χισάρ ΙΙ) και με τις καθαυτό ινδικές περιοχές (Κούλι) ως προς τη διακόσμηση. Στις ανασκαφές του Ναντ-ι Άλι, για μεταγενέστερη εποχή (1η χιλιετία π.Χ.) βρίσκουμε μαρτυρίες που αποδεικνύουν αφενός μια σκυθική εισβολή (χαρακτηριστικές οι αιχμές των βελών με μικρό φτερό) και αφετέρου σχέσεις με την Ανάου και τις περιοχές της νότιας Ρωσίας, εκτός από εκείνες με το Ιράν (μακρόραμφα αγγεία). Το ανατολικό έδαφος του Α., πάντοτε ευαίσθητο στις ξένες επιρροές, έγινε κατά την ινδοελληνιστική και την ελληνοβακτριανή κυριαρχία μια επαρχία με ελληνιστικό χαρακτήρα. Από τη μακρόχρονη αυτή ελληνιστική διείσδυση που διευκόλυνε τις εμπορικές συναλλαγές με τη Ρώμη, δεν διασώθηκε κανένα καλλιτεχνικό δείγμα, εκτός από τα ωραιότατα νομίσματα των Ελλήνων ηγεμόνων που είχαν κοπεί στην πρωτεύουσα Βάκτρα (σημερινή Μπαλχ), με τα οποία η προσωπογραφία στα νομίσματα κάνει την πρώτη της θριαμβευτική εμφάνιση. Υπό την κουσανική κυριαρχία (από τον 9ο αι. μ.Χ.) η περιοχή που βρίσκεται στα ανατολικά του τμήματος της οδού των καραβανιών Βάκτρας-Μπαμιγιάν γίνεται περιοχή διάδοσης της λεγόμενης ελληνοβουδιστικής τέχνης της Γκαντάρα, ενός εικαστικού ρεύματος που συγχωνεύει κλασικά ελληνικά και ιρανικά στοιχεία, για να δώσει μορφή σε βουδιστικό περιεχόμενο. Η Βακτριανή, άλλοτε έδρα της ελληνικής κυριαρχίας του βορρά, όπου η λεγόμενη σχολή της Γκαντάρα αντιπροσωπεύεται ευρύτατα σε όλες τις φάσεις της, μπορεί επίσης να υπήρξε το χωνευτήρι της σύντηξης αυτής μεταξύ μορφών, ελληνιστικών ή και δυτικών λύσεων και της βουδιστικής θρησκευτικότητας, αν και αυτό αποτελεί απλώς υπόθεση. Βέβαιο όμως είναι ότι στις αφγανικές περιοχές η τέχνη της Γκαντάρα παρουσιάζει κάπως διαφορετικές όψεις από εκείνες που μαρτυρούνται σε άλλες όμορες ζώνες. Ιδιαίτερα στην Καπίσα και αλλού βεβαιώνεται καθαρά το αντικλασικό αυτό ρεύμα, κοινό στους Κουσάνα και στους γείτονές τους, τους Πάρθους του Ιράν, που προτιμά σχήματα άκαμπτα και μετωπικά, αναλογίες συχνά αλλοιωμένες, μορφές διατεταγμένες σε κάθετες και παράλληλες γραμμές, συνθέσεις σε στήλη. Ο μεγάλος ναός της φωτιάς του Σουρχ-Κουτάλ (Κόκκινου Λόφου) στη Βακτριανή έχει εξαιρετική ιστορική και καλλιτεχνική σπουδαιότητα. Η αρχιτεκτονική του μνημειακού αυτού συγκροτήματος παρουσιάζει κλασικά στοιχεία δίπλα σε άλλα κεντροασιατικά και προπάντων ιρανικά. Η γλυπτική ασχολείται με μορφές θεοτήτων και βασιλέων. Στη Σουτουράκ υπάρχουν γλυπτά κουσανικού στιλ σε πέτρα. Πιθανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μια επίσημη τέχνη των κυριάρχων η οποία είναι αντικλασική από την ίδια της τη φύση και απηχεί ίσως ιρανικά (παρθικά) στοιχεία. Ιδιαίτερη θέση κατέχει, περισσότερο στην αρχαιολογία παρά στην ιστορία της εγχώριας τέχνης, το περίφημο εύρημα της Μπαγκράμ, θερινής πρωτεύουσας των Κουσάνα, στην Καπίσα. Το σύνολο αυτό ωραιότατων αντικειμένων εξαιρετικής καλλιτεχνικής αξίας, που χρονολογούνται από τον 2ο αι. π.Χ. έως τον 3ο αι. μ.Χ., κάνει την περιοχή αυτή τόπο συλλογής κλασικών έργων τέχνης υψηλής ποιότητας, δείχνοντας για άλλη μια φορά ότι η περιοχή υπήρξε κόμβος συνάντησης του ελληνιστικού και του ρωμαϊκού κόσμου. Την ιστορικά περίπλοκη και σκοτεινή εποχή, που αρχίζει από την κουσανο-σασσανιδική περίοδο και φτάνει έως τον 5ο αι. μ.Χ., το Α. γνώρισε μια εξαιρετική άνθηση της καλλιτεχνικής παραγωγής με γυψοκονία και μια κλασικίζουσα αναβίωση ως συνέπειά της, σε αντιστάθμισμα μιας βαθμιαίας εξασθένησης της κουσανικής τεχνοτροπίας που αγαπούσε τις άκαμπτες και μετωπικές μορφές. Η δραστηριότητα των χωροπλαστών (γλυπτών σε γυψοκονία) δίνει ζωή σε διαφορετικές εικόνες, που πλησιάζουν τη δυτική τεχνοτροπία, μερικές ιμπρεσιονιστικού τύπου και άλλες αυστηρά κλασικές. Η Χάντα είναι ίσως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κέντρα για τα έργα σε γυψοκονία, και από ποσοτική και από ποιοτική άποψη. Αρχιτεκτονικές λύσεις που πραγματοποιούνται μέσω γωνιωδών σωληνωτών συνδέσεων στους χώρους που καλύπτονται από ημισφαιρικούς τρούλους από το τετράγωνο σχέδιο του χώρου μέχρι το στρογγυλό του τρούλου, είναι σασσανιδικής έμπνευσης, αν και συνυπάρχουν με άλλες που έχουν την προέλευσή τους στον κόσμο της Γκαντάρα. Το οκταγωνικό σχέδιο του λεγομένου οκταγώνου της Μπαμιγιάν (ενός ιερού προσκυνήματος σκαμμένου μέσα στον βράχο), αν και είναι δυτικής προέλευσης, έφτασε εκεί χάρη στη μεσολάβηση των Σασσανιδών. Η ιρανική κουλτούρα υπό τους Σασσανίδες αναπτύχθηκε με καινούργια ζωτικότητα και με μια δύναμη επέκτασης αληθινά εκπληκτική. Η Ντουχτάρ-ι Νουσιρουάν αντιπροσωπεύει, όπως φαίνεται, το συμπτωματικό επίτευγμα της συνάντησης των νέων σασσανιδικών ρευμάτων με την γκανταρική και βουδιστική παράδοση. Τα ζωγραφικά έργα στους βράχους της Ντουχτάρ-ι Νουσιρουάν είναι ίσως έργα βουδιστών τεχνιτών, που εργάζονταν κατά παραγγελία κάποιου Ιρανού ηγεμόνα. Η μορφή του αξιωματούχου σε ένα από τα ζωγραφικά αυτά έργα, φανερής ιρανικής παράδοσης, θυμίζει σε μερικά διακοσμητικά μοτίβα της τις βουδιστικές τοιχογραφίες της Μπαμιγιάν. Η πόλη αυτή οφείλει μέρος της φήμης της σε δύο πελώρια αγάλματα του Βούδα, ένα από τα οποία, ύψους 53 μ., ήταν το ψηλότερο στον κόσμο μέχρι την καταστροφή του από τους Ταλιμπάν το 2001. Κατά το 500 μ.Χ., μετά το πέρασμα των Κιδαριτών και την καταστροφή των Εφθαλιτών Ούννων στο αφγανικό έδαφος, η καλλιτεχνική παραγωγή έδωσε ζωή σε ένα νέο ρεύμα, το λεγόμενο σασσανογκουπτικό, που φαίνεται καθαρά στα γλυπτά και ζωγραφικά έργα του Φουντουκιστάν. Η άνθηση αυτή προηγήθηκε για λίγο της εισβολής των Αράβων (9ος αι. μ.Χ.) και του νέου και τόσο διαφορετικού ισλαμικού πολιτισμού. Στην πρώτη ισλαμική καλλιτεχνική παραγωγή παρατηρείται εύκολα μια κεντροασιατική και ινδοϊρανική επίδραση, αλλά κεντροασιατικές, μεταγκουπτικές και όψιμες σασσανιδικές επιδράσεις, καθώς και βουδιστικά ρεύματα μαρτυρούνται ακόμα και κατά την εποχή των Γαζναβιδών, περίπου το 1000 μ.Χ. Υπό την τουρκική δυναστεία του Μανσούρ και του γιου του Μαχμούτ (10ος-12ος αι.), χάρη στην κατάκτηση της σασσανιδικής Περσίας και μέρους των Ινδιών και τη μεταμόρφωση της αυλής των Γάζνι σε ένα ζωηρό καλλιτεχνικό, λογοτεχνικό και επιστημονικό κέντρο, το Α. γίνεται για πρώτη φορά το πνευματικό κέντρο βάρους της ιρανικής και κεντροασιατικής περιοχής, το κράτος-οδηγός του ανατολικού ισλαμικού πολιτισμού. Οι αφγανικές περιοχές της Ανατολής λειτουργούν ως φίλτρο μετασχηματισμού, για να καταστήσουν αφομοιώσιμη στην ισλαμική αισθητική την πλούσια τεχνική και εικονογραφική κληρονομιά της κεντρικής Ασίας και των πιο αρχαίων τοπικών παραδόσεων. Στη συνέχεια, με την τέχνη των Σελτζούκων, που ήταν καθαρά ιρανική, το Α. χάνει τον προωθητικό ρόλο του και τα διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά του, για να αποτελέσει ενισχυτικό τμήμα της περσικής πολιτιστικής ενότητας. Μετά την εισβολή του Τζένγκις Χαν, η σελτζουκιδική τέχνη βρίσκει την πλήρη έκφρασή της υπό τη μογγολική δυναστεία των Ιλχάν και προπάντων υπό την τουρκομογγολική των Τιμουριδών του Ταμερλάνου, που ξαναδίνουν μεγάλη ώθηση στις επαρχίες της ανατολής. Την περίοδο όμως εκείνη η αφγανική τέχνη διατηρεί ψηλά το γόητρό της χάρη στους τάπητες και στις μικρογραφίες της Χεράτ. Όσο για την αρχιτεκτονική, η ίδια πόλη διατηρεί μνημεία που χρονολογούνται από την εποχή των Γουριδών ηγεμόνων της Μπαμιγιάν, δηλαδή το Μεγάλο Τζαμί του τέλους του 12ου αι. Μεταγενέστερης από τη μογγολική εισβολή εποχής είναι η ακρόπολη Αργκ (14ος αι.). Τα σπουδαιότερα μνημεία όμως είναι εκείνα της εποχής των Τιμουριδών, δηλαδή η μισοκατεστραμμένη μουσαλά και ο μεντρεσές (μαντράσα) με το συνεχόμενο με αυτόν μαυσωλείο. Ένας άλλος σπουδαίος μεντρεσές της Χεράτ οφείλεται στον τελευταίο Τιμουρίδη Χουσαΐν Μπαϊκάρα (τέλη 15ου αι.). Σε γενικές γραμμές, μετά την πρωτότυπη δημιουργικότητα της εποχής των Γαζναβιδών, η ισλαμική τέχνη του Α. εμφανίζεται ως μια απόφυση της ιρανικής, έστω κι αν παράγει έργα αρκετά αντιπροσωπευτικά για την εξέλιξη ολόκληρης της ισλαμικής τέχνης: τα ανάκτορα, τα τζαμιά, οι μιναρέδες και οι μεντρεσέδες αντικαθιστούν οριστικά τις μονές και τα ιερά των βουδιστών. Στην Καμπούλ το σπουδαιότερο μνημείο ήταν ο τάφος του Τιμούρ Σαχ, με μετάλλινο τρούλο (τέλη 18ου αι.). Όπως πολλές άλλες χώρες της Ανατολής, στις οποίες έχει φτάσει και έως ένα σημείο έχει εκφυλίσει ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, το σύγχρονο Α. δεν έχει ακόμα δώσει τον καλύτερο εαυτό του. Η αρχιτεκτονική και η πολεοδομία (σύγχρονη Καμπούλ) εμφανίζουν καθαρή δυτική μεταφύτευση. Οι άλλες τέχνες είναι προϊόντα διαφόρων ρευμάτων. Κατά τα τελευταία χρόνια, πολλά ευρήματα και μνημεία υπέστησαν φθορές ή καταστράφηκαν ολοσχερώς από το καθεστώς των Ταλιμπάν και τις εμφύλιες συγκρούσεις. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα οι Βούδες του Μπαμιγιάν, αγάλματα σκαλισμένα σε βράχο ύψους 53 μ. και 38 μ., που ανατινάχτηκαν σε μια εκδήλωση μισαλλοδιξίας το 2001, προκαλώντας τη διεθνή κατακραυγή.Μιλώντας για τις αφγανικές παραδόσεις, πρέπει να διακρίνει κανείς τις δύο κοινωνίες, τη νομαδική και τη μόνιμα εγκατεστημένη, που συμβιώνουν στη χώρα. Οι Κούτσι (Παθάνοι που ζουν νομαδικό βίο) είναι ψηλοί και λυγερόκορμοι (οι νέοι) και σεβάσμιοι τύποι με λευκές γενειάδες (οι γέροι), άνθρωποι που μπροστά τους μένει κανείς γοητευμένος. Η γοητεία αυτή οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι οι Κούτσι προέρχονται από την έρημο, από ένα περιβάλλον που παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες και αντιξοότητες. Είναι σκληραγωγημένοι στην τραχιά ζωή των μεταναστεύσεων και δεν έχουν αδυναμίες. Είναι υπεροπτικοί, ακολουθούν ολοκληρωτικά το ένστικτό τους, αλλά έχουν εξαιρετικά ανεπτυγμένα μερικά αισθήματα, όπως αυτό της φιλοξενίας. Για τις γυναίκες των Κούτσι αξίζει να γίνει ιδιαίτερα λόγος. Εκείνο που εντυπωσιάζει στην εμφάνισή του είναι η αφθονία και η θεαματικότητα των στολιδιών τους, που ποικίλλουν ανάλογα με το αν πρόκειται για κοπέλα από απλή οικογένεια ή για μια πλούσια κόρη αρχηγού. Φυσικά εξαρτάται και από την ίδια τη φυλή, που μπορεί να είναι πολύ ή λίγο εύπορη, ανάλογα με το αν ασχολείται με το εμπόριο, την κτηνοτροφία ή με τις εργασίες των αγρών. Για όλες, ωστόσο, κοσμήματα και βραχιόλια αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη φιλοδοξία, κάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Ένα από τα στολίδια που προτιμούν είναι το γκολ, ένα φανταχτερό περιδέραιο, που μερικές φορές αποτελείται από πέντε ή περισσότερους γύρους φτιαγμένους από χρυσά φλουριά και ασημένια νομίσματα περασμένα σε μετάλλινα σύρματα, γι’ αυτό και μοιάζουν με τραχηλιά που πέφτει στο στήθος. Σπουδαιότατο όμως είναι το μπαντ, ένα εξαιρετικά φαρδύ και βαρύ βραχιόλι που φορούν σχεδόν όλες οι γυναίκες, ακόμα και οι πιο φτωχές. Τα φορέματα των κοριτσιών των νομάδων αποτελούνται από έναν κόκκινο χιτώνα, που έχει στον ποδόγυρο χρυσαφιές ταινίες, και από το τσάντρι και τον φερετζέ, που, σε αντίθεση με τις γυναίκες των πόλεων ή των μόνιμων οικισμών, αφήνει ανοιχτό το πρόσωπο. Ανάμεσα στις φυλές του νότιου Α. βλέπει κανείς ωραιότατες κοπέλες, που διατηρούν όλη την αρχαία ομορφιά της αρίας φυλής. Τα στολίδια τους, τα κάτασπρα δόντια τους στο ηλιοκαμένο δέρμα, η κάπως αφηρημένη και νωθρή στάση, η αδυναμία να τις πλησιάσει κανείς γιατί τις επιτηρούν οι ζηλότυποι άντρες τους, όλος ο μυστικισμός που τις περιβάλλει, δημιουργούν γύρω τους μια γοητεία όπως αυτή που περιέβαλε τις αρχαίες βασίλισσες. Το σπουδαιότερο αντικείμενο του αφγανικού σπιτιού είναι το χαλί (κάλι στα αφγανικά). Μπαίνοντας στο σπίτι, ο άντρας βγάζει τα παπούτσια του (τα τσουμούς) και πατά στο χαλί: μια ικανοποίηση που δεν μπορεί να φανταστεί όποιος δεν ξέρει τι είναι η ζωή στην Ανατολή. Το αφγανικό χαλί, αρκετά διαφορετικό από το περσικό, είναι τετράγωνο, με σκούρο κόκκινο φόντο, και η διακόσμησή του αποτελείται από μεγάλα ευθυγραμμισμένα οκτάγωνα, που περιέχουν διάφορα σχέδια, αραβουργήματα και στιλιζαρισμένα λουλούδια. Μια φαρδιά λωρίδα, με περίπλοκα και συχνά πυκνότατα σχέδια, πλαισιώνει το κεντρικό τμήμα. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μαγαζιά της αφγανικής πόλης, μικρά ή μεγάλα, είναι το τσάι-χανέ, το τεϊοποτείο (το σπίτι του τσαγιού, κατά λέξη), που λειτουργεί συχνά και ως εστιατόριο. Είναι πάντοτε ένα μαγαζί σκοτεινό, αλλά ζεστό και γεμάτο. Εκεί οι άνθρωποι κάθονται κάτω σε χαλιά απλωμένα σε επίπεδα από ξύλο και πίνουν με αργές ρουφηξιές το τσάι ή τρώνε το παλάο (ρύζι πιλάφι ζεματισμένο με πρόβειο λίπος). Εκτός από αυτό κουβεντιάζουν, καπνίζουν ναργιλέ και κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Νομαδικά έθιμα. Κούτσι είναι λέξη περσική και σημαίνει άνθρωποι που βαδίζουν. Είναι δηλαδή μια λέξη που χρησιμοποιούν οι μόνιμα εγκατεστημένοι, οι οποίοι στα περίχωρα των πόλεών τους βλέπουν να περνούν την άνοιξη και το φθινόπωρο τα ατελείωτα καραβάνια των βοσκών. Γι’ αυτούς, για τους κατοίκους δηλαδή των πόλεων, είναι ένα κανονικό φαινόμενο, όπως ένα ποτάμι που περνά κοντά από το σπίτι και δεν του δίνει κανείς σημασία. Από τα πάθη των νομάδων, αυθόρμητα και ειλικρινά βγαίνουν το τραγούδι, η μουσική, ο χορός και η προσευχή. Όπως όλοι οι μουσουλμάνοι, έτσι και οι νομάδες, που είναι φανερό ότι δεν έχουν τζαμιά, προσεύχονται την ώρα που είναι κατάλληλη για να στρέψουν τα μάτια στον ουρανό, δηλαδή κατά την ανατολή και τη δύση του ηλίου. Οι νεαροί Κούτσι, οι νομάδες όλων των αφγανικών φυλών, συνηθίζουν να βάφουν τα μάτια τους μπλε: ένα σημάδι όπως του μολυβιού στη μέση των κάτω και πάνω βλεφαρίδων, που μερικές φορές βγαίνει και έξω από το βλέφαρο, προς τους κροτάφους. Εκτός από τα μάτια, οι Κούτσι ζωγραφίζουν και το μέτωπο με μπλε βούλες, σαν κρεατοελιές, όπως οι γυναίκες των βεδουίνων. Και αυτές όμως οι τεχνητές ελιές είναι παλιά συνήθεια των νομάδων, που χρονολογείται από χιλιετίες. Η συνήθεια του βαψίματος των ματιών έχει συγκεκριμένο λόγο: οι νομάδες ζουν στην έρημο, μέσα στη σκόνη και με έναν εκτυφλωτικό ήλιο, κι έτσι τα μάτια καίγονται, πάσχουν, κοκκινίζουν και, όταν δεν προσβάλλονται από τράχωμα, χάνουν τη φυσική ζωηράδα τους. Το βάψιμο λοιπόν τους ξαναδίνει φως και ομορφιά στο βλέμμα. Ο χορός των Κούτσι είναι ο ατάν, που είναι και ο εθνικός αφγανικός χορός. Χορεύεται με τους ήχους ενός μεγάλου τυμπάνου, του ντουλ, που συνοδεύεται μερικές φορές από ένα είδος απλού όμποε, του ζουρνά, ή διπλού, του τούλα. Στο κέντρο στέκει συνήθως ο μουσικός, που χτυπά βαθμιαία όλο και πιο γρήγορα το ντουλ, ενώ γύρω βρίσκονται οι χορευτές, οδηγούμενοι από έναν κορυφαίο που τραγουδά ερωτικά τραγούδια. Το κύριο χαρακτηριστικό του χορού αυτού συνίσταται σε μια μέχρι παροξυσμού στροφή του κεφαλιού των χορευτών, ωσότου εξαντλημένοι πέφτουν κάτω. Οι μεγάλες φυλές στήνουν τις σκηνές τους συχνά σε ομάδες πενήντα ή εκατό ατόμων. Η κατασκήνωση μοιάζει τότε σαν ένα μεγάλο χωριό, γεμάτο ζωή και φωνές. Μερικές φορές όμως βλέπει κανείς μοναχικές σκηνές ή ομάδες από δύο ή τρεις, στημένες στις πιο απίθανες θέσεις, στον πιο ελεύθερο χώρο, που δεν διαφέρει από τους άλλους. Φαίνεται τότε ότι η σκηνή είναι κάτι το επιφανειακό και περιττό· η αληθινή κατοικία είναι ο χώρος, χωρίς αντικείμενα να τον ξεχωρίζουν, όλος κατάλληλος για να ξαπλώσει κανείς ή να στρώσει ένα χαλί. Τα καραβάνια. Δύο είναι οι μεγάλες νομαδικές φυλές στο Α.: οι Ντουράνι και οι Γιλζάι. Οι πρώτοι μετακινούνται από τις νότιες και δυτικές πεδιάδες προς το κεντρικό υψίπεδο περιοδικά, από την πεδιάδα στο βουνό την άνοιξη και από το βουνό στην πεδιάδα το φθινόπωρο. Με τον ίδιο εποχιακό ρυθμό οι Γιλζάι μεταναστεύουν από τις χαμηλές στεπικές περιοχές του Πακιστάν στην κεντρική ορεινή περιοχή του Α. Στις μετακινήσεις τους ακολουθούν πανάρχαια μονοπάτια, που όλοι οι άνθρωποι της φυλής ξέρουν από μνήμης. Το πέρασμα των μεγάλων καραβανιών είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά θεάματα που μπορεί να δει κανείς στο Α. Το καραβάνι μιας μεγάλης φυλής μπορεί να έχει μήκος ολόκληρα χιλιόμετρα. Αποτελείται γενικά από πολλές εκατοντάδες καμήλες, πρόβατα και γαϊδούρια. Η πορεία είναι αργή, μάλλον νωθρή, και οι άνθρωποι μοιάζουν σαν να στέκονται ακίνητοι· τόσο συνήθεια τους έχει γίνει το περπάτημα, τόσο αδιάφορο είναι γι’ αυτούς να κοιτάζουν τριγύρω. Τα μονοπάτια που ακολουθούν οι νομάδες είναι διάσπαρτα από τάφους. Χιλιάδες είναι οι τάφοι, ιδιαίτερα στα μεγάλα μονοπάτια προς την Κανταχάρ, που είναι ένα από τα σπουδαιότερα σταυροδρόμια των μεταναστευτικών οδών των νομάδων του Α. Μικροί και ταπεινοί, με μια απλή πέτρα στο μέρος του κεφαλιού, οι σανγκ-ι-λαχάτ, για άνδρες και γυναίκες όχι μεγάλης κοινωνικής θέσης· μεγάλοι και συχνά σκεπασμένοι με έναν τρούλο από χώμα και με επιγραφή σε μια στήλη οι τάφοι των σπουδαίων προσώπων. Στην περίπτωση αυτή, ο τάφος λέγεται ζιγιαράτ, δηλαδή σεβαστός τάφος. Τέτοιοι υπάρχουν πάρα πολλοί στο Α. και τους αναγνωρίζει κανείς, γιατί κοντά τους είναι στημένοι πολυάριθμοι μικροί πάσσαλοι στους οποίους κρέμονται κομμάτια από ύφασμα. Είναι η τιμή που αποδίδει ο περαστικός στην μπαρακάτ, στην αγαθή δηλαδή ψυχή του νεκρού. Τα διάσπαρτα από τάφους αυτά μονοπάτια είναι κατά κάποιον τρόπο τα μονοπάτια του θανάτου και της μελαγχολίας και η εμφάνιση της όασης είναι μια παρηγοριά για όλους, ακόμα και για τους Κούτσι. Αυτοί άλλωστε εξαρτώνται, περισσότερο από όσο πιστεύεται, από την όαση και την πόλη, και ψυχολογικά και υλικά. Ψυχολογικά, γιατί ξαναβρίσκουν την ανθρωπιά και το αίσθημα αναψυχής που τους αρνείται η έρημος. Υλικά, γιατί στην πόλη μπορούν να προσφέρουν τα προϊόντα των κοπαδιών τους, ώστε να πάρουν σε αντάλλαγμα ό,τι δεν μπορούν να προμηθευτούν αλλιώς. Η όαση, τα νερά, η σκιά και όλα τα άλλα που αποτελούν την περιοχή του μόνιμα εγκατεστημένου ανθρώπου αποτελούν ανέκαθεν τον ποθητό παράδεισο του νομάδα. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η παράσταση του άλλου κόσμου για τον ισλαμισμό (θρησκεία που γεννήθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους της ερήμου) είναι κάτι σαν τη θέα και τον αντικατοπτρισμό της όασης για τον νομάδα. Το μωσαϊκό των φυλών. Ο βορράς είναι προπάντων κτήση κεντροασιατικών πληθυσμών –Μογγόλων, Χαζάρων, Τουρκομάνων, Τατζίκων και Ουζμπέκων. Πολλοί από αυτούς και ιδιαίτερα οι Χαζάροι είναι ημινομάδες, μετακινούμενοι με τις γιούρτες τους από τις κοιλάδες στα ψηλά ορεινά βοσκοτόπια του Χιντοκούς. Παρατηρείται σε αυτούς προσκόλληση στους καλοκαιρινούς και χειμερινούς αγρούς τους, που γενικά είναι πάντοτε οι ίδιοι, με τα διάφορα τμήματά τους φτιαγμένα από λάσπη (οι στάνες για τα πρόβατα, οι στάβλοι για τα άλογα, οι φούρνοι για το τσάι και το ψωμί). Στα χωριά τους με τις γιούρτες, στις παρυφές των οάσεων κατά μήκος των ποταμών, μένουν κατά την ημέρα οι γυναίκες, που υφαίνουν κάτω από τη σκιά των δέντρων θαυμάσιους τάπητες. Οι άνδρες εργάζονται στους αγρούς και πηγαίνουν στις βοσκές με τα κοπάδια. Εκτός από τους ημινομάδες βοσκούς και γεωργούς, οι πληθυσμοί του βορρά ασχολούνται με τη γεωργία, στην οποία έρχονται πρώτοι οι Ουζμπέκοι, όπως συμβαίνει πέρα από τον Αμού Νταριά, στο πρώην σοβιετικό έδαφος, από τα αρχαία χρόνια. Οι Ουζμπέκοι έχουν τα σημάδια της αρχαίας συγγένειάς τους με τους μογγολικούς λαούς και μιλούν ακόμα γλώσσα τουρκικής προέλευσης. Αγαπούν να τριγυρίζουν στις αγορές και έχουν αληθινό πάθος για τα άλογα. Οι Τατζίκοι είναι επίσης γεωργοί, αλλά έχουν τάση προς τις δραστηριότητες των πόλεων, τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Ξεχωρίζουν από τους Ουζμπέκους για τα πρόσωπά τους που έχουν ινδοευρωπαϊκά χαρακτηριστικά και για τα έθιμά τους, που έχουν προσαρμοστεί σε εκείνα γενικά που επικρατούν στο Α. Όλοι αυτοί οι βόρειοι πληθυσμοί είναι μουσουλμάνοι και έχουν πόλο έλξης τη Μαζάρ-ι Σαρίφ, όπου το μεγάλο τζαμί αποτελεί κέντρο συρροής πολλών προσκυνητών. Ένας άλλος πληθυσμός του Α., δευτερεύων και τελείως ιδιότυπος από εθνική άποψη, είναι οι Καφίροι του Νουριστάν, που αντιπροσωπεύουν ένα τμήμα αυτών που ζουν στο Πακιστάν, αλλά που σήμερα έχουν όλοι πια εξισλαμιστεί (το όνομά τους σημαίνει άπιστοι), υιοθετώντας όλο και περισσότερο τα έθιμα και τις συνήθειες των Αφγανών, με τους οποίους έχουν όλο και πιο συχνές συναλλαγές. Γιορτές. Η Ναουρούζ (κατά λέξη: νέα ημέρα) είναι η σπουδαιότερη αφγανική γιορτή. Είναι η γιορτή της άνοιξης, η γιορτή της πρωτοχρονιάς, της χαράς και της ελπίδας. Όπως όλες οι ανοιξιάτικες γιορτές, έχει παγανιστική προέλευση και συνδέεται με τις λατρείες της Μητέρας-Γης των προϊστορικών πολιτισμών. Με την ίδια περίπου ονομασία γιορτάζεται σε όλες τις χώρες της ισλαμικής ανατολής. Ο εορτασμός διαρκεί τρεις ημέρες, με αρχή την πρώτη μέρα του μήνα Χαμάλ, που αντιστοιχεί στην 21η Μαρτίου του χριστιανικού ημερολογίου. Όπως στην Ελλάδα κατά την Καθαρά Δευτέρα, ο κόσμος ξεχύνεται στις εξοχές και μερικοί πηγαίνουν στο ιερό προσκύνημα της Αλιαμπάτ, για να προσκυνήσουν ένα αποτύπωμα του χεριού του Αλή. Διεξάγονται αγώνες και παιχνίδια, οι πλανόδιοι τραγουδιστές τραγουδούν διάφορα τραγούδια και παίζουν μουσικά όργανα. Σε κάθε αφγανική πόλη ή κωμόπολη γίνεται ύστερα η επίσημη τελετή της Ναουρούζ, που λέγεται κουλμπάτς-κασί (σπρώξιμο του αλετριού). Ο διοικητής του τόπου ή το πιο σπουδαίο πρόσωπο οδηγεί σε κάποια απόσταση το άροτρο σε έδαφος που έχει επιλεγεί από πριν, ανοίγοντας το πρώτο αυλάκι του νέου γεωργικού έτους, σε ανάμνηση, κατά την παράδοση, του Μπάμπα Αντάμ, του πατέρα Αδάμ, που δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργεια της γης. Την εβδομάδα που είναι αφιερωμένη στον εορτασμό της Ιστικλάλ (Ανεξαρτησίας), παίζεται στην Καμπούλ το μπούζκασι, το αφγανικό εθνικό παιχνίδι, ένας από τους ωραιότερους, πιο συναρπαστικούς και πιο παλαιούς αγώνες στο κόσμο. Το μπούζκασι, που έχει την προέλευσή του στις στέπες της Κεντρικής Ασίας, είναι ένα χαρακτηριστικό αγώνισμα που γεννήθηκε μεταξύ των νομάδων και των ιππέων. Αρπάζουν ένα ακέφαλο σώμα μοσχαριού από έναν λάκκο όχι ιδιαίτερα βαθύ, που είναι σημαδεμένος με κύκλο, και το μεταφέρουν ύστερα μέσα από ένα μονοπάτι που έχει συχνά μήκος πολλών χιλιομέτρων, ώσπου να κάνουν τον γύρο ενός ορισμένου σημείου στο αντίθετο άκρο και να γυρίσουν πάλι να το ρίξουν στον αρχικό λάκκο. Στον αγώνα παίρνουν μέρος δύο ομάδες, που είναι τοποθετημένες σε κύκλο γύρω από τον λάκκο και σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων. Μόλις δοθεί το σήμα της εκκίνησης, όλοι οι καβαλάρηδες ορμούν με καλπασμό να αρπάξουν το πτώμα. Τα άλογα πρέπει να δείξουν μεγάλη ευκινησία λυγίζοντας τα μπροστινά πόδια ώστε να επιτρέψουν στους αναβάτες τους να αρπάξουν το μοσχάρι. Μόλις γίνει κύριος της λείας του, ο καβαλάρης ξεκινά αμέσως για να ξεφύγει από τους αντιπάλους του, που θα κάνουν το παν για να τον εμποδίσουν να περάσει, ενώ οι άλλοι σύντροφοι της ομάδας του προσπαθούν να τον προστατεύσουν. Στη σύγχυση που ακολουθεί, το μοσχάρι μπορεί να περάσει από τα χέρια του ενός καβαλάρη σε άλλον· στο τέλος όμως νικήτρια είναι η ομάδα που θα κατορθώσει να ξαναφέρει στον λάκκο το πτώμα, αφού κάνει την καθορισμένη διαδρομή.Παρά τη θρυλούμενη καταγωγή ορισμένων αφγανικών πληθυσμών από τις επιμειξίες που ευνόησε ο Μέγας Αλέξανδρος στη διάρκεια της ασιατικής προέλασής του (επιμειξίες μεταξύ των ανδρών του στρατού του και των κατά τόπους ιθαγενών γυναικών), είναι πια δύσκολο να ανιχνευτεί μια τέτοια καταγωγή. Έλληνες δεν έχουν αναφερθεί σε αυτή τη χώρα, που άλλωστε δεν ευνοεί την εγκατάσταση ευρωπαϊκών και γενικότερα χριστιανικών πληθυσμών. Οι μόνοι Έλληνες που βρέθηκαν προσωρινά στο Α. είναι οι άντρες του εκστρατευτικού σώματος που στάλθηκε για την επιτήρηση της τάξης στη χώρα, το 2002, και κάποιοι δημοσιογράφοι. Κοπάδια από πρόβατα καρακούλ: τα φημισμένα δέρματα αυτών των προβάτων πωλούνται σε όλο τον κόσμο και αποτελούν σημαντικότατο οικονομικό πόρο του Αφγανιστάν. Παιδιά σε υποτυπώδη «παιδική χαρά» της Χεράτ. Η ξενοιασιά μάλλον έχει λείψει στα παιδιά του Αφγανιστάν τα τελευταία είκοσι χρόνια. Παιδί νομαδικής φυλής της περιοχής του νότιου Αφγανιστάν. Αφγανή διασχίζει αγορά χαλιών, σε δρόμο της Καμπούλ. Η θέση της γυναίκας, υπό το ισλαμικό καθεστώς των Ταλιμπάν, αποτέλεσε θέμα συνεχών επικρίσεων από τους διεθνείς οργανισμούς. Μια ομάδα Ταλιμπάν ποζάρει πάνω στο τανκ που έχει καταλάβει λίγο έξω από την Καμπούλ, το 1995, χρονιά ανάδειξης των φανατικών ισλαμιστών στην εξουσία του πολύπαθου Αφγανιστάν. Νεαροί Αφγανοί χαιρετούν τους Σοβιετικούς στρατιώτες που αποχωρούν από την Καμπούλ (1989). Χαρτονόμισμα των 500 αφγανί· οι διαρκείς πολεμικές συγκρούσεις στο Αφγανιστάν έχουν απαξιώσει το χρήμα. Επίσημη ονομασία: Ισλαμικό Κράτος του Αφγανιστάν Έκταση 647.500 τ. χλμ. Πληθυσμός: 27.755.775 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Καμπούλ (2.766.800 κάτ. το 2000, μείζων περιφέρεια) Λαζουρίτες με μυρόλιθο από το Μπανταχσάν (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο). Μια θαυμάσια φωτογραφία από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Σεπτέμβριο του 1992, των χιονισμένων βουνοκορφών της οροσειράς Χιντουκούς, από ύψος 310 χλμ., όπου τα σύννεφα κάνουν ακόμα πιο δυσδιάκριτο το φυσικό τοπίο (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Η σχέση των Αφγανών με τα άλογα είναι πανάρχαια και διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Το διοικητικό κέντρο της Καμπούλ, όπως ήταν κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Σήμερα είναι μια βομβαρδισμένη πόλη. Κτίρια που κατασκευάστηκαν από τους Σοβιετικούς στην Καμπούλ· μπροστά τους «ποζάρουν» οι παραδόσεις του Αφγανιστάν, ίσως οι μόνες που έχουν απομείνει πια στην πόλη. Τμήμα μιας από τις πέντε λίμνες της Μπαντ-ι-Αμίρ, που σχηματίζονται από φυσικά φράγματα στην άνω κοιλάδα του ποταμού Μπαλχ και σε απόσταση περίπου 80 χλμ. από την πόλη Μπαμιγιάν. Η κτηνοτροφία είναι ακόμα η επικρατέστερη δραστηριότητα στις στεπικές ζώνες του Αφγανιστάν, προπάντων χάρη στους νομάδες. Χαρακτηριστικοί νομάδες της Βακτριανής. Άποψη του παλαιού τμήματος της αφγανικής πρωτεύουσας Καμπούλ. Η αφγανική γεωργία χαρακτηρίζεται από σημαντική υστέρηση στις μεθόδους και στην απόδοση· στη φωτογραφία, πρωτόγονο σύστημα οργώματος στη Βακτριανή. Ένα από τα πολυάριθμα οχυρά που βρίσκονται στην έρημο του Ρεγκιστάν. Το «Μπλε Τζαμί» στη Μαζάρ-ι Σαρίφ ανοικοδομήθηκε τον 15ο αι. πάνω στο αρχικό τέμενος που είχε καταστρέψει ο Τζένγκις Χαν. Μικρογραφία από τη σχολή της Χεράτ (15ος αι.) στο δυτικό Αφγανιστάν, η οποία καθιέρωσε το «τιμουριδικό» στιλ. Νεαρές Αφγανές, στην προ των Ταλιμπάν περίοδο, ασχολούνται με την ύφανση και την επεξεργασία χαλιών. Στιγμιότυπο από το «μπούζκασι», το εθνικό αφγανικό σπορ, στο οποίο δύο ομάδες εφίππων προσπαθούν να αρπάξουν το ακέφαλο σώμα ενός αρνιού ή μοσχαριού. Κστοικημένο κέντρο του Νουριστάν με τη χαρακτηριστική δομή σε αναβαθμίδες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Καμπούλ — I (Kbul). Πόλη (πληθυσμός μητροπολιτικής περιφέρειας: 2.766.800 κάτ. το 2000) και πρωτεύουσα του Αφγανιστάν καθώς και της ομώνυμης περιφέρειας (4.685 τ. χλμ.), στο δυτικό τμήμα της χώρας. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 1.800 μ., εκατέρωθεν… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Κανταχάρ — (Kandahar).Πόλη (349.300 κάτ. το 2002) του νοτιοανατολικού Αφγανιστάν, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (54.022 τ. χλμ., 1.486.400 κάτ.). Βρίσκεται σε ένα υψίπεδο, στις παρυφές των αναγλύφων που δεσπόζουν από τα ΒΑ του Αφγανιστάν έως την έρημο… …   Dictionary of Greek

  • Σοβιετική Ένωση Ιστορία — Η ιστορία του σοβιετικού κράτους αρχίζει με τη «μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση», όπως πέρασε ήδη στην παγκόσμια ιστορία το εγχείρημα που κορυφώθηκε στα τέλη Οκτωβρίου του 1917 και έθεσε τις βάσεις για την ίδρυση του σοβιετικού κράτους και το… …   Dictionary of Greek

  • Αλεξάνδρεια — I (αιγυπτ. Al Iskandariyah, διεθν. Alexandria).Πόλη (3.806.300 κάτ. το 2002) της Αιγύπτου, η δεύτερη κατά σειρά μεγέθους και το σπουδαιότερο λιμάνι της. Βρίσκεται στη βορειοδυτική κορυφή του Δέλτα του Νείλου σε μια στενή γλώσσα ξηράς, που χωρίζει …   Dictionary of Greek

  • Ουζμπεκιστάν — (διεθν. Uzbekistan) Ουζμπεκιστάν Κράτος της κεντρικής Ασίας. Συνορεύει Ν με το Τουρκμενιστάν και με το Αφγανιστάν, Β με το Καζακστάν, Α με την Κιργισία, ΝΑ με το Τατζικιστάν.Η χώρα διαιρείται διοικητικά σε 12 επαρχίες, σε μία αυτόνομη δημοκρατία… …   Dictionary of Greek

  • Χεράτ — Πόλη (κάτ. 150.000) του Αφγανιστάν, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Είναι χτισμένη σε υψόμ. 922 μ. στην εύφορη κοιλάδα, που διασχίζει ο ποταμός Χέρι Ρουδ. Η πόλη αυτή χτίστηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο και ονομάστηκε Αλεξάνδρεια η εν Αρίοις. Στη… …   Dictionary of Greek

  • βουδισμός — Φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα που δημιουργήθηκε από τον Βούδα (βλ. λ.) τον 6o αι. π.Χ. στην Ινδία. Είναι το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα άθεης θρησκείας, μια και δεν έχει για κέντρο του τη λατρεία θεότητας, αλλά διατυπώνει διδασκαλία για τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.